4 Οκτ 2017

Ο Τάφος της Αμφίβολης


Πριν από εικοσιτρείς αιώνες περίπου, υπήρχε μια χώρα όπου γινόντουσαν
φοβερές μάχες, από αυτές που λέμε «επικές». Η μάχη της Αμφίβολης ήταν
μια από αυτές που μείναν στην ιστορία για τη σφοδρότητά τους, αλλά και για
τον επιπρόσθετο λόγο ότι η στρατηλάτις -μια εφιαλτική βασίλισσα- που
κυριαρχούσε στο πεδίο της μάχης λεγόταν Αμφίβολη. Αξίζει να σημειώσουμε
ότι μερικοί ερευνητές προτείνουν και το «Αμφίθολη», μια και το παλίμψηστο
του Ήμπαν Ταλ είναι μουτζουρωμένο στο σημείο του πέμπτου ψηφίου.

Ζωσμένη με σπαθιά και φαρέτρες με δηλητηριώδη βέλη η εφιαλτική βασίλισσα
όρθωνε το ανάστημά της καβάλα σε μια περήφανη φοράδα με γαλάζια χαίτη
και τόξευε με αμφιβολίες τους εχθρούς της, που τύχαινε να είναι ταυτοχρόνως
ο λαός που υποτίθεται πως υπερασπιζόταν. Η δυναμική φοράδα ονομαζόταν
Νουδουροχάλα κι έφτυνε κατάμουτρα τον πληθυσμό που λαχάνιαζε στο πεδίο
της μάχης, ασθμαίνουσα κι αυτή επίσης γιατί τά ’χε φάει τα ψωμιά της κι όπου
νά ’ναι θ’ ανηφόριζε προς τον παράδεισο των αλόγων. Τα άλογα
προαισθάνονται το θάνατό τους, βλέπεις, κι όσο αυτός πλησίαζε τη γριά
φοράδα αυτή αγρίευε, επειδή ένιωθε μίσος εναντίον όσων θα επιζούσαν και
με ροχάλες, που στάζαν δηλητήριο, προσπαθούσε να πάρει όσο μπορούσε
περισσότερους μαζί της.

Πάνω που η μάχη της Αμφίβολης φαινόταν να γέρνει προς το μέρος της
εφιαλτικής βασίλισσας, έσκασε μύτη η Βεβαιότητα, μια απλοϊκή χωριάτα που
έσκαγε από υγεία. Η Βεβαιότητα με το στρατό της, κάτι πετεινά του Ουρανού
που είχαν για όπλα τα χρωματιστά τους λοφία, το μελωδικό τους κελάηδισμα
και το απαλό φτερούγισμά τους, διώξαν μακριά τις αμφιβολίες από τα μυαλά
του κοσμάκη μαζί με όλο το δηλητήριο του φόβου που τα στοίχειωνε μέχρι
τότε. Ο λαός απαρνήθηκε με αηδία τη μακρόχρονη κυριαρχία της Αμφίβολης
(ή και Αμφίθολης, μη ξεχνιόμαστε) και της φοράδας της, που πέσαν απότομα
σε μαρασμό και τίναξαν τα πέταλα. 

Η Βεβαιότητα ανέβηκε στο θρόνο και κυβέρνησε για πολλά πολλά χρόνια τη
χώρα με χρώματα, μουσικές και χορούς. Την Αμφίβολη τη θάψαν σ’ έναν
ευρύχωρο τάφο που μετά τον σκέπασαν με μπόλικο χώμα, ώστε, αν τύχαινε ν’
αναστηθεί κάποτε, να δυσκολευτεί να ξαναβγεί στην επιφάνεια. Η φοράδα
μάλλον θα εξαερώθηκε, απογειωνόμενη προς την αφάνεια του Χάους…

Ήμπαν Ταλ 
(μετάφραση: Marina Rodia)
_______________
ΣΗΜ. δεν θυμάμαι πού ακριβώς δημοσιεύτηκε

11ος άθλος του Μαντρακλή: Τα Μήλα των Χοροεσπερίδων

Δίπλα στη χώρα του Άτλαντα, περίπου εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ο Ατλαντικός ωκεανός, υπήρχε ένας ωραίος κήπος γεμάτος χρυσά μήλα –ίσως και πορτοκάλια, ποιος ξέρει…
Ο Άτλας κράταγε στους ώμους του τον ουρανό να μη του πέσει στο κεφάλι, σαν εκείνον το γαλάτη αρχηγό στο χωριό του Αστερίξ που η πτώση του ουρανού στο κεφάλι του ήταν το μόνο πράγμα που φοβόταν. Η διαφορά ήταν ότι αν έπεφτε ο ουρανός ο μεν γαλάτης θα τον έτρωγε κατακέφαλα οπωσδήποτε, ενώ ο Άτλας θα τον έτρωγε μονάχα αν τον άφηνε να πέσει. Δηλαδή, η πτώση του ουρανού εξαρτιόταν άμεσα από τη δύναμη του Άτλαντα, ενώ ο γαλάτης θα ήταν τόσο υπεύθυνος για αυτή την πτώση, όσο υπεύθυνο είναι σήμερα ένα νήπιο για τη πτώση των Διεθνών Αγορών στο περίπου.

Στον ωραίο εκείνο κήπο γινόντουσαν ωραίες Χοροεσπερίδες με μεγάλη επιτυχία, που οφειλόταν στα καλά πιοτά και στα νόστιμα φαγιά κυρίως και, δευτερευόντως, στις χρήσιμες συνομιλίες μεταξύ των συνδαιτημόνων, που σέβονταν ο ένας τον άλλο, ήταν γεμάτοι κατανόηση για τα προβλήματα κάθε είδους και έσπευδαν να στηρίξουν όποιον κινδύνευε πριν ακόμα τους ζητηθεί… Ήταν όλοι τους «μια ωραία ατμόσφαιρα» που λένε.

Εκεί έστειλε ο Γιουρωσθέας τον εξάδελφο Μαντρακλή να κλέψει οπώρας, τα χρυσά Μήλα δηλαδή, επειδή τα είχε απόλυτη ανάγκη. Τι ανάγκη; Ε, ό,τι είναι χρυσό και γυαλίζει, το έχει ανάγκη κάθε βασιλιάς, απλά πράγματα.

Πήγε λοιπόν ο Μαντρακλής ως δήθεν καλεσμένος σε μια Χοροεσπερίδα και, πριν τον πάρουν χαμπάρι πως είναι ακάλεστος, έκλεψε τα χρυσά Μήλα και τα πήγε στον ξάδερφο, που κι εκείνον δεν τον καλούσαν γιατί ήταν γκαντέμης, μίζερος και μιρμίρης και δε νοιαζόταν για τίποτε άλλο εκτός από το θρόνο και τις αρρώστιες του.

Τα είδε ο Γιουρωσθέας τα Μήλα, είπε «τα βλέπω!» και άλλαξε πλευρό. Τόση ανάγκη τα είχε, όση ανάγκη είχαμαν κι εμείς οι ταλαίπωροι το ευρώ –τρομάρα μας. Τελοσπάντων, τα Μήλα δόθηκαν από το Μαντρακλή στη θεά Αθηνά να τα επιστρέψει στον τόπο τους και όλα τέλειωσαν ικανοποιητικά, χωρίς άμεσο κόστος, όπως λέν οι οικονομολόγοι. Κάτι είχε παίξει και με τον Άτλαντα, αλλά το παλίμψηστο του Ήμπαν Ταλ είναι ταλαιπωρημένο στο σημείο εκείνο και δεν διακρίνω καλά…

Ήμπαν Ταλ
(μετάφραση: Marina Rodia)
______________
ΣΗΜ. δημοσιεύτηκε στις 12/7/2014 εδώ

9ος και 10ος άθλοι του Μαντρακλή: Τα Πόδια του Κρυόνη και η Ευρωζώνη της Ξυπολήτης

Δυο μήνες αργότερα, συνήλθε από την τρέλα του ο Γιουρωσθέας και κάλεσε το Μαντρακλή να του αναθέσει ξανά δυο άθλους μαζί, ελπίζοντας να τον ξεκάνει αυτή τη φορά: να κλέψει την Ευρωζώνη της Ξυπολήτης και να θερμάνει τα Πόδια του Κρυόνη.

Κάπου, σε μια πεδιάδα απλωμένη ανάμεσα σε ψηλά βουνά, ένα λεκανοπέδιο δηλαδή, ζούσαν οι αμαζόνες που λέγονταν έτσι γιατί φόραγαν κάτι ζωνάρια φαρδιά –μη βλέπετε που το όνομά τους το γράφαν με όμικρον, απλώς ήταν ανορθόγραφες επειδή τότε δεν κυκλοφόραγε λεξικό του κ. Μπαμπινιώτη.
Βασίλισσά τους ήταν η ονομαστή Ξυπολήτη, με πόδια γυμνά που δεν κρύωναν ποτέ, εξ ού και το όνομα. Οι αμαζόνες στροβιλίζονταν σε ρυθμούς ανάκατους: καλαματιανόσαμπα και χασαποσερβορόκ.

Βρέθηκε λοιπόν ο Μαντρακλής να παραμονεύει τις αμαζόνες, πότε θα γείρουν να κοιμηθούν. Μόλις κουραστήκαν κι έγειραν στα χορτάρια, πλησίασε ακροποδητί την Ξυπολήτη και της έκλεψε την Ευρωζώνη. Η ζώνη αυτή είχε το ιδίωμα να κρατά ζεστά τα πόδια όποιου την άγγιζε, και αυτό το μυστικό η Ξυπολήτη δεν το φανέρωνε ούτε στον εαυτό της. Αν το μάθαιναν οι άλλες αμαζόνες –βασίλισσα ξεβασίλισσα- σίγουρα θα την κατηγορούσαν για  ξυπολιτισμό και θα την έστηναν στα έξι μέτρα.

Μετά, ο Μαντρακλής, αφού έβγαλε τα σανδάλια του γιατί κόντευε να σκάσει από τη ζέστη, έτρεξε στο χωράφι του Κρυόνη, ενός γέρου απαίσιου με δυο κεφάλια και τέσσερα Πόδια που κρύωναν διαρκώς, χειμώνα καλοκαίρι. Αυτά τα Πόδια δεν ζεσταίνονταν ποτέ, τίποτα δεν μπορούσε να τα θερμάνει, ούτε κουβέρτα ηλεκτρική, ούτε δέκα τόνοι πετρέλαιο ακόμα και αφορολόγητο, ούτε καν ένα πάπλωμα από ευρωπούπουλα ζεστά-ζεστά.

Ο Μαντρακλής τον λυπήθηκε και θα του χάριζε λίγη ζεστούλα, ανεξάρτητα από την παραγγελία του ξαδέρφου του. Άπλωσε λοιπόν την Ευρωζώνη πάνω στα τέσσερα παγωμένα Πόδια κι ο Κρυόνης έβγαλε ένα βροντερό στεναγμό ανακούφισης, σαν να του ‘χαν χαρίσει τον Παράδεισο ένα πράγμα. Τον αναστεναγμό τον άκουσε ο Γιουρωσθέας από το ανάκτορό του κι έτσι δεν χρειάστηκε να κουβαλήσει ο Μαντρακλής το γέρο-Κρυόνη επιτόπου για να πιστοποιήσει τον άθλο. Την Ευρωζώνη, αφού την έδειξε στον ξάδερφο, την έβαλε στη θέση της πριν κρυώσουν τα πόδια της Ξυπολήτης και ξυπνήσει.

Ήμπαν Ταλ 
(μετάφραση: Marina Rodia)
______________
ΣΗΜ. δημοσιεύτηκε στις 27/6/2014 εδώ

7ος και 8ος άθλοι του Μαντρακλή: Ο Ταύρος του Μίτσωνα και τα Παράλογα του Βιομηχανίδη

Δυο μύθοι σε ένα πακέτο, προσφορά του καταστήματος. Τρέξε κόσμε! Έχουμε και λέμε λοιπόν… Σε ένα μακρινό νησί, βασίλευε ο ξακουστός και απέθαντος Μίτσωνας, που είχε ένα Ταύρο αγαπημένο. Κανένα δεν άφηνε να τον ζυγώσει, μόνος του τον τάιζε, μόνος του τον έπλενε και τον ταχτάριζε, τον είχε πολύ καλομαθημένο λέμε. Το μυστικό, που γνώριζε μοναχά ο βασιλιάς, ήταν πως ο Ταύρος ήταν η πηγή της ζωής του. Όσα δευτερόλεπτα τον φρόντιζε, τόσα χρόνια παραπάνω ζούσε, γι’ αυτό όλοι νομίζαν πως ο Μίτσωνας ήταν αθάνατος.

Αυτό τον Ταύρο έστειλε ο Γιουρωσθέας να πιάσει ο Μαντρακλής και να του τον φέρει να τον δει από κοντά, τι σόι Ταύρος ήταν αυτός ο χαϊδεμένος του Μίτσωνα. Παίρνει ένα κότερο ο Μαντρακλής και πάει στο νησί και πιάνει τον Ταύρο με τα στιβαρά του μπράτσα, τον φορτώνεται στον ώμο, τον πάει στο Γιουρωσθέα, τον βλέπει αυτός και στέλνει τον ήρωα στο καπάκι να πιάσει και τα Παράλογα του Βιομηχανίδη.

«Βρε τι μανία τον έπιασε τον ξάδερφο με τα ζωντανά;» σκέφτηκε ο Μαντρακλής. «Δε μου το ’λεγε εξαρχής για τα Παράλογα, να τα πιάσω μαζί με τον Ταύρο; Αφού Βιομηχανίδης και Μίτσωνας είναι τάτσι-μίτσι-κότσι, ακόμα και στις εκλογές μαζί κατεβαίνουν, κάπου κοντά θα βόσκανε και τα Παράλογα».

Η αλήθεια είναι ότι τα Παράλογα ήταν (και είναι ακόμα, φαντάζομαι) κομματάκι δύσκολο να τα κουμαντάρει κανείς, έστω και Μαντρακλής.

Τρέφονται αποκλειστικά με μυαλά ανθρωπινά και χρειάζεται μεγάλη προσοχή σαν τα πλησιάζεις. Ο εξάδελφος όμως δε μάσαγε, που λένε, πήγε, έπιασε τα Παράλογα, τα ’κλεισε σε μια κάσα, τη φορτώθηκε στις πλάτες και την πήγε στο Γιουρωσθέα που τρελάθηκε από τη χαρά του κι έκανε δυο μήνες να αναθέσει καινούργια αποστολή στο Μαντρακλή, που άραξε κάτω από ένα δεντράκι να ξεκουραστεί. Στο παλίμψηστο του Ήμπαν Ταλ δεν αναφέρεται σαφώς αν ήταν δέντρο ή θάμνος.

Τα Παράλογα τα γύρισε στη θέση τους, στο Βιομηχανίδη, που είχε τρελαθεί από τη σύντομη απώλειά τους. Έτσι συμβαίνει με αυτά τα πλάσματα: τρελαίνεται κι όποιος τα ’χει αλλά κι οποιανού του λείπουν, ανάλογα με το χαρακτήρα του. Άλλος παίζει μαζί τους κι άλλος (αλίμονό του) τα παίρνει στα σοβαρά.

Ήμπαν Ταλ
(μετάφραση: Marina Rodia)
_______________
ΣΗΜ. δημοσιεύτηκε στις 6/6/2014 εδώ

6ος άθλος του Μαντρακλή: Οι Γερμανίδες Όρνιθες

Οι Γερμανίδες Όρνιθες, δηλαδή τα «Πουλιά της Γερμανίας», ήταν ανθρωποφάγα πουλιά με ράμφη, νύχια και φτερά από χαλκό -το πολυτιμότερο μέταλλο της εποχής- που τρόμαζαν τους ανθρώπους και καταστρέφαν τις σοδειές τους.

Τα πολύ παλιά τα χρόνια, ήταν καλοκάγαθα πουλάκια, που ζούσαν σκαρφαλωμένα στα δέντρα -κατά προτίμηση φλαμουριές- τρώγαν βελανίδια, τραγουδάγαν άριες κι έπαιζαν πιάνο και λαούτο, αλλά από τη στιγμή που άρχισαν να τρώνε μεταλλικό καλαμπόκι και πολύτιμα μέταλλα, άλλαξαν συμπεριφορά. Σύμφωνα με το ρητό που λέει «ό,τι τρως είσαι», αποκτήσαν και μεταλλική, άκαμπτη, συνείδηση – εκτός από σκληρό σαρκίο. 

Αφού δεν τρώγονταν με τίποτα, κάτι άλλα αγρίμια τις απώθησαν σε μια λίμνη κάπου στα κεντρικά της Ευρώπης, αλλά αυτές εξακολουθούσαν να ξεμυτίζουν κάπου-κάπου και να χάφτουν ό,τι βρίσκαν μπροστά τους, ό,τι τους γυάλιζε τελοσπάντων. Η απληστία και η αναλγησία τους ήταν παροιμιώδης. Ιδίως η βασίλισσα των Ορνίθων αυτών μαζί με τον πιστό της καμαριέρη δεν σταμάταγαν μπροστά σε τίποτα προκειμένου να ικανοποιήσουν τις ορέξεις τους –για το καλό του σμήνους των Γερμανίδων Ορνίθων, υποτίθεται. Έτσι λένε όλοι οι ηγεμόνες, όλοι παλεύουν -τάχα μου και δήθεν- για το καλό των λαών τους.

Ο Γιουρωσθέας έτριβε τα χέρια του, για τη σίγουρη αποτυχία του Μαντρακλή να εξολοθρεύσει αυτά τα απαίσια τέρατα της Φύσης. Ο Μαντρακλής, από την άλλη, ξεκίνησε σφυρίζοντας τον αγαπημένο του σκοπό «Τρία πουλάκια κάθονταν» και τράβηξε κατά Γερμανία μεριά.

Μόλις έφτασε στη λίμνη, έσπαγε το κεφάλι του να βρει τρόπο να ξετρυπώσει τις Όρνιθες, όταν φανερώθηκε μπροστά του η θεά Αθηνά, που του ’δωσε ένα ζευγάρι κρόταλα… από χρυσάφι, από χαλκό, θα σας γελάσω… από κάτι τι πολύτιμο πάντως. Βρόντηξε τα κρόταλα ο Μαντρακλής, και -τσούπ!- πεταχτήκαν από τις φωλιές τους να αρπάξουν τα πολύτιμα μέταλλα – μπορεί να φαντάστηκαν πως ήταν και τίποτα μετοχές ή κρατικά ομόλογα των νοτίων χωρών που είχαν βροντήξει κανόνι, ποιος ξέρει…

Ο Μαντρακλής ήταν κρυμένος πίσω από κάτι θάμνα κι άρχισε να τοξεύει συστηματικά, έτσι που κανένα Πουλί Γερμανικό δεν γλίτωσε από τις σαϊτιές του. Τις ξεπουπούλιασε όλες τις Όρνιθες κανονικά. Πήρε μαζί του μερικά χάλκινα νύχια, ράμφη και φτερά και τα πήγε στο Γιουρωσθέα που το φύσαγε και δεν κρύωνε…
Ήμπαν Ταλ
(μετάφραση: Marina Rodia)
_______________________
ΣΗΜ. δημοσιεύτηκε στις 14/4/2014 εδώ

5ος άθλος του Μαντρακλή: Η Κόπρος του Δανείου

«Αυτός ο Μαντρακλής δεν παίζεται με τίποτα!» φούσκωνε και ξεφούσκωνε ο Γιουρωσθέας από το κακό του, έξαλλος μετά την επιτυχία του Μαντρακλή να πιάσει τον Ευρωμάθειο Κάπρο και να του τον φέρει ζωντανό.

Κανονικά, θα ’πρεπε να είναι ευγνώμων που άνοιξε λιγουλάκι τους ορίζοντές του στα περί Ευρώπης με τη σύλληψη του Κάπρου, αλλά τι να περιμένει κανείς από εγωπαθείς βασιλιάδες; 

Κατά τον Ημπαν Ταλ, ο κουτοπόνηρος βασιλιάς, επειδή θεωρούσε τον ξάδελφο άσσο στο καθάρισμα αλλά πίστευε πως θα τον έπιανε σκάρτο στη γρηγοράδα, διάταξε το Μαντρακλή να πάει να καθαρίσει την Κόπρο του Δανείου μέσα σε μια μόνο μέρα! Σε παρόμοιο τεστ δεξιοτήτων σίγουρα θα αρίστευαν και οι ψυχωμένες καθαρίστριες του ΥΠΟΙΚ, μόνο που αντί επαίνου απολύθηκαν…

Ο Δάνειος λοιπόν, ήταν ένας βασιλιάς που είχε πολύ βρώμικους στάβλους. Πάνω από τριάντα χρόνια είχαν να καθαριστούν και η Κόπρος των 3.000 και παραπάνω βοδιών, που όλα τους δανείζονταν εκεί μέσα, βρωμοκοπούσε κι έζεχνε. Εδώ που τα λέμε, αμφιβάλλω αν ο ίδιος ο βασιλιάς καθάριζε την προσωπική του Κόπρο, που μπορεί να βρώμαγε ακόμα περισσότερο μια κι έτρωγε τα πάντα, δάνεια, ασφάλιστρα, συναλλαγματικές και ομόλογα κάθε είδους, χρώματος και τύπου – μοναχός του, βεβαίως.

Πήγε το λοιπόν ο Μαντρακλής, πρόθυμος να καθαρίσει, σαν καουμπόης και σαν σαμουράι του παλιού αμερικάνικου και του γιαπωνέζικου σινεμά και μάλιστα άοπλος. Βλέπει την Κόπρο και λέει από μέσα του «σπουδαία τα λάχανα! Λίγα βρωμοδάνεια θα εξαφανίσω, μαθημένα τα βουνά στα χιόνια». Βάζει μια αντιασφυξιογόνο μάσκα, διώχνει τα βόδια από τους στάβλους, παίρνει και δυο ποτάμια νερό υπό πίεση κι αρχινά. Ευτυχώς, το νερό τότε δεν είχε ιδιωτικοποιηθεί, ήταν κοινωνικό αγαθό. 

Μετά από μιας μέρας δουλειά, οι στάβλοι λάμπανε! Ο βασιλιάς Δάνειος έτριβε τα μάτια του. Δεν έμεινε Κόπρος ούτε για δείγμα. Όλα τα βρωμοδάνεια χάθηκαν στη θάλασσα και το μόνο που απέμεινε είναι ο όρος «θαλασσοδάνειο» για κάθε δάνειο που βγάζει μπόχα.

Όταν έμαθε ο Γιουρωσθέας τα νέα κόντεψε να φουντάρει από τη μπαλκονόπορτα του παλατιού, αλλά, σκεπτόμενος ηρεμώτερα, αποφάσισε για τον επόμενο άθλο: «Θα τον βάλω το μπαγάσα να ξεπαστρέψει τις Γερμανίδες Όρνιθες» είπε μέσα του και πήγε για ύπνο χαμογελώντας χαιρέκακα.
Ήμπαν Ταλ
(μετάφραση: Marina Rodia)
___________________
ΣΗΜ. δημοσιεύτηκε στις 7/4/2014 εδώ

4ος άθλος του Μαντρακλή: Ο Ευρωμάθειος Κάπρος

Πάνω στα όρη στα βουνά της Πελοποννήσου ζούσε ένας πολύ άγριος Κάπρος που ήξερε όλα τα βρώμικα μυστικά της Ευρώπης και του ευρώ, εξ ού και Ευρωμάθειος. Ο Γιουρωσθέας τον ήθελε πολύ αυτό τον Κάπρο για να μάθει μια κι έξω τα μυστικά όλα, καθότι τεμπέλαρος. Οι βασιλιάδες αποφεύγουν γενικώς το διάβασμα –πράγμα που παραδέχονται δηλώνοντας συνήθως άγνοια- εκτός αν έχουν συγκεκριμένους λόγους να το επικαλεστούν. Αναθέτει λοιπόν στο Μαντρακλή να του φέρει τον Κάπρο ζωντανό. 
Το πρόσχημα ήταν βέβαια ότι το θηρίο έκανε μεγάλες καταστροφές στα σπαρτά, τρόμαζε το φτωχό λαό, απειλούσε τη Δημοκρατία και άλλα παρόμοια, δικαιολογίες που χρησιμοποιούνται ως τα σήμερα από διάφορους εξουσιαστές, όταν θέλουν να τιθασεύσουν όποιον τους ενοχλεί. Η αλήθεια όμως είναι πως ο Κάπρος αντιπροσώπευε την οργή της φύσης προς αυτούς που την καταστρέφουν για να θησαυρίσουν: αυτούς που καίνε δάση, φράζουν ρέματα, μολύνουν νερά, ξεκοιλιάζουν τη γη ανοίγοντας μεταλλεία επιφάνειας, σκοτώνουν αθώα ζωάκια. Ακόμα και σήμερα λένε στην Αρκαδία «μουγκρίζει ο κάπρος», όταν λυσσομανά η θύελλα το χειμώνα.
Τι να κάνει το λοιπόν ο Μαντρακλής, πάει στο φίλο του τον Κένταυρο Φόλο να τον συμβουλευτεί. Ο Φόλος ήταν καλός συμβουλάτορας, για τούτο τον ακολουθούσαν πολλοί και στο φέισμπουκ και στο τουίτερ και αλλού. Ο Μαντρακλής έκανε ό,τι του είπε ο φίλος του: τον τσάκωσε εκ των πλαγίων, αφού έστησε παγανιά με γερά δίχτυα τύπου γιαχού και γκούγκλ. Κατόπιν, τον έβαλε στον ώμο και τον πήγε στον εξάδελφο, που από τη τρομάρα του κρύφτηκε μέσα στο πρώτο πιθάρι που βρέθηκε μπροστά του. 
Ετσι γίνεται συνήθως. Μόλις πλησιάζουν τα δύσκολα, οι ισχυροί το παίζουν άσχετοι –«δεν πρόσεξα, δεν άκουσα, δεν είδα, μαζί τα φάγαμε, εγώ διάβαζα» και άλλα τέτοια- και κρύβονται πίσω από λέξεις για να γλιτώσουν. Σε μεγάλη ανάγκη, δεν διστάζουν να κάνουν χρήση ελικοπτέρου.
Ο Ήμπαν Ταλ αναφέρει ότι ο Γιουρωσθέας χάρηκε από τη μια, αλλά από την άλλη έσκασε από το κακό του που γλίτωσε κι αυτή τη φορά ο αγαθιάρης ξάδελφος και, αφού έστυψε το δόλιο μυαλό του, βρήκε τί να του αναθέσει την επόμενη φορά. Θα τού ’λεγε να πάει να καθαρίσει την Κόπρο του Δανείου!
Ήμπαν Ταλ
(μετάφραση: Marina Rodia)

3ος άθλος του Μαντρακλή: Το Χρυσοκέρατο Ελάφι της Χαλκιδικής

Όταν ο Μαντρακλής γύρισε ζωντανός από το άντρο της Λερναίας Μίζας, ο Γιουρωσθέας τα ’παιξε κανονικά. Δεν το περίμενε καθόλου να τα καταφέρει να επιζήσει ο πτωχός εξάδελφος. Έτσι είναι όλοι οι πλούσιοι, νομίζουν πως έχουν την αθανασία στο τσεπάκι τους, ο Γιουρωσθέας θα αποτελούσε εξαίρεση; 
Ανάθεσε, λοιπόν, ένα νέο κατόρθωμα στο παλικάρι, μπας και καταφέρει να το ξεφορτωθεί αυτή τη φορά. «Να πας ξάδερφε» του λέει «να μου φέρεις το Χρυσοκέρατο Ελάφι της Άρτεμης, εκείνο, ξέρεις, με τα χρυσά κέρατα και τα χάλκινα ποδάρια, που τρέχει σαν τον άνεμο της ανάπτυξης στα δάση της Χαλκιδικής… Άντε τρέχα!».
Αρχίζει να τρέχει ο Μαντρακλής, αλλά πού να το φτάσει το Ελάφι, που απ’ όπου πέρναγε προκαλούσε τσουνάμι εξελίξεων. Δεν έπρεπε να το σαϊτέψει κιόλας, γιατί η θεά Άρτεμη παραφύλαγε… Μετά από κυνηγητό ενός χρόνου περίπου, το Ελάφι δίψασε και στάθηκε σε ένα περίπτερο να ψωνίσει εμφιαλωμένο νερό να πιει -δεν εμπιστευόταν το τρεχούμενο, περιείχε δηλητήριο- κι εκεί το τσάκωσε ο Μαντρακλής και το πήγε στον ξάδερφο.
Ο Γιουρωσθέας καταχάρηκε λέμε και το ’θελε το Ελάφι για την πάρτη του, να το βάλει στον κήπο του να το βλέπει, μπορεί να το πούλαγε κιόλας… Έλα όμως που κι η θεά Αρτεμη ήθελε πίσω το αγαπημένο της Ελάφι ελεύθερο; Κάνει ένα κολπάκι ο ήρωας και φωνάζει το βασιλιά να βγει έξω από το παλάτι να παραλάβει το πεσκέσι. Πάει να πιάσει ο Γιουρωσθέας το ζωντανό, το αφήνει ο Μαντρακλής κι από δω πάν’ κι άλλοι! Χάθηκε το Ελάφι σαν αστραπή, ούτε να το κυνηγούσαν Καναδοί χρυσοθήρες.
Είναι χρήσιμο να τα ’χεις καλά με τους θεούς, αυτό τό ’ξερε καλά ο ήρωας και, έχοντας εκπληρώσει την υποχρέωσή του προς το Γιουρωσθέα, ευχαρίστησε κυρίως τη θεά της Φύσης λευτερώνοντας το Ελάφι, που τρέχει ως τα σήμερα στα δάση της Χαλκιδικής. Εκεί πάνω, υπάρχουν ακόμα μερικοί απόγονοι του ήρωα που θέλουν το Χρυσοκέρατο Ελάφι στον τόπο του και τα δάση τους ανέπαφα. Σύμφωνα με το παλίμψηστο, η θεά Αρτεμη παρουσιάζεται συχνά με τη μορφή ντόπιας γραίας και προστατεύει τη Φύση από κάτι μαύρες σαύρες που θέλουν να την καταπιούν.
Ήμπαν Ταλ
(μετάφραση: Marina Rodia)
__________________
ΣΗΜ. δημοσιεύτηκε στις 24/3/2014 εδώ

2ος άθλος του Μαντρακλή: Η Λερναία Μίζα


Οικονομική σάτιρα (τώρα που η πολιτική διώχτηκε από το προσκήνιο και η οικονομία πήδηξε από τα παρασκήνια στο κέντρο της σκηνής)
Η Λερναία Μίζα ήταν ένα φοβερό και τρομερό αθάνατο τέρας με πολλάκεφάλια, που βασάνιζε τους λαούς του κόσμου, χωρίς να εξαιρεί τους πολίτεςτης Χώρας των Πάρτων. Ο Γιουρωσθέας ανέθεσε στο Μαντρακλή ναεξοντώσει το τέρας όσο γίνεται συντομώτερα, επειδή κόντευε να αφανίσει την οικονομία του πλανήτη. Η Λερναία Μίζα είχε την ιδιότητα να κάνει (στα κρυφά και στα μουλωχτά) τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους. 
Εκανε –τσάφ!- με ένα κεφάλι της και –ούπς!- γεννιόταν ένας πάμπλουτος που άνοιγε οφ-σορ εταιρεία στο πιτς φυτίλι κι έβαζε εκειπέρα τα λεφτά που του χάριζε η Μίζα κι ούτε εφορία πλήρωνε ούτε τίποτα και πού να ψάχνει να βρει ο βασιλιάς Γιουρωσθέας τα όβολα να πληρώνει μισθούς και συντάξεις και να συντηρεί σχολεία και νοσοκομεία για τους φτωχούς υπηκόους του...
Πήγε λοιπόν ο Μαντρακλής στο άντρο της Λερναίας Μίζας κι άρχισε να κόβει κεφάλια, αλλά ένα έκοβε δυο ξεφύτρωναν στην ίδια θέση και το αίμα του τέρατος ήταν δηλητηριώδες και γλίστραγε κιόλας, έτσι κάλεσε το φίλο του Τρόϊκλαο να τον βοηθήσει. Βάσταγε ο Μαντρακλής τον κομμένο λαιμό, τον καυτηρίαζε ο Τρόϊκλαος και δεν ξαναφυτρώναν κεφάλια.
Όταν τέλειωσαν το κεφαλοκόψιμο, έφυγαν ευχαριστημένοι να αναγγείλουν το νέο στο Γιουρωσθέα, ξεχνώντας όμως κάτι τι σημαντικό: να θάψουν το βρωμερό σώμα της Λερναίας Μίζας. Ετσι, όπως αναφέρεται στο παλίμψηστο του Ήμπαν Ταλ, υπάρχει κίνδυνος να ξαναβγεί κάποτε το τέρας στο προσκήνιο και να αφανίσει οικονομικά τον πλανήτη. Και πού να βρεθεί νέος Μαντρακλής αργότερα.. 
Τέτοιοι ήρωες σπανίζουν. Ας έχουμε πάντως το νου μας, ε;

Ήμπαν Ταλ
(μετάφραση: Marina Rodia)
_________________
ΣΗΜ. δημοσιεύτηκε στις 11/3/2014 εδώ

1ος άθλος του Μαντρακλή: Το Θρεφτάρι της Κριμέας


Οικονομική σάτιρα (τώρα που η πολιτική διώχτηκε από το προσκήνιο και η οικονομία πήδηξε από τα παρασκήνια στο κέντρο της σκηνής)
Σε αυτή τη φιλόξενη γωνίτσα θα παρουσιάζονται στο εξής (μεταφρασμένα από τη διάσημη αρχαιοκάπηλη Marina Rodia) τα παλίμψηστα του Ήμπαν Ταλ, αρχαίου μυθοπλάστη από τη Χώρα των Πάρτων, που βρισκόταν κοντά στη Λωρίδα της Μπάζας, πριν ο Μεγαλέξαντρος τα κάνει όλα λίμπα εκει πέρα με την επέλασή του στην Ασία. Στα κείμενα αυτά πρωταγωνιστούν διάφοροι επώνυμοι κι ανώνυμοι ήρωες, όπως π.χ. ο ήρωας Μαντρακλής που ενεργούσε κάτω από τις διαταγές του εξαδέλφου του Γιουρωσθέα με τη βοήθεια του φίλου του Τρόϊκλαου, ο ήρωας Θρασέας που είχε πολύ θράσος μια και ήταν βασιλόπαιδο, και άλλοι πολλοί.
Ξεκινάμε σήμερα με τον πρώτο μύθο «Το Θρεφτάρι της Κριμέας», όπου στη Χώρα των Κριμάτων υπήρχε ένα θεόρατο ζωντανό που τρεφόταν αποκλειστικά με τυρί φέτα και κάποιος έπρεπε να αναχαιτίσει την ορμή του.
Ετσι που πήγαινε θά ’τρωγε όλη τη φέτα του πλανήτη, από Καναδά μέχρι και Σιγκαπούρη λέμε. Ο Γιουρωσθέας λοιπόν, διέταξε τον Μαντρακλή (που λεγόταν έτσι γιατί είχε μια μάντρα αμελέτητα) να πάει να το σκοτώσει για να σώσει την τιμή –της φέτας, βεβαίως. Η τιμή της φέτας είχε πέσει στο έσχατο σημείο και οι Πάρτηδες βρισκόντουσαν σε απόγνωση. Πώς θα πετύχαιναν τα παρτάκια τους με φτηνιάρικη φέτα Καναδά; Ο Μαντρακλής τότε κατέβασε μια ιδέα, πράγμα δύσκολο για κάποιον που έχει μονάχα δυνατά μπράτσα, την είπε στον εξάδελφο, εκείνος συμφώνησε και ο ήρωας γλίτωσε το κυνηγητό και την εξόντωση του φοβερού Θρεφταριού. Τι είπε στο Γιουρωσθέα; Του είπε απλώς:
«-- Αγαπητέ ξάδελφε, τί να μπλέκουμε τώρα με τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα; Από Καναδά ίσαμε Σιγκαπούρη και τούμπαλιν είναι πανάκριβα τα ναύλα. Αρκεί να βάλουμε ταμπελίτσες στη δικιά μας φέτα «Αυθεντική Φέτα Παρτίας», να ανεβάσουμε την τιμή στο ύψος του ρώσικου χαβιαριού ή κι ακόμα παραπάνω, κι όποιος θέλει να τρώει αληθινή φέτα ας αγοράζει. Εμείς θα κερδίζουμε στα γερά, οι άλλοι θα χάνουν, αυτοί που τρέφουν το Θρεφτάρι.»

Ήμπαν Ταλ
(μετάφραση:
Marina Rodia)
____________________
ΣΗΜ. δημοσιεύτηκε στις 24/2/2014 εδώ

11 Σεπ 2017

το μπουρδέλο της καρδιάς μου

Οταν ειργαζόμην εις το μπουρδέλον της πλατείας Κολιάτσου, είχα την ευκαιρίαν να γνωρίσω πολλούς καλούς κυρίους, οι οποίοι συνέδραμαν μετ' ευχαριστήσεως και εφούσκωναν τον τραπεζικόν λογαριασμόν μου, καθώς και συμπαρίσταντο εις τας ψυχικάς μου καταπτώσεις. Ενας εξ αυτών, ενθυμούμαι καλώς, ελέγετο "κύριος Κοσμάς" και ήτο μεγαλοχασάπης εις την κεντρικήν αγοράν. Εις τον οίκον ενοχής (ιδικής μου) ήρχετο εποχούμενος επί τετρακυλίνδρου οχήματος πετρελαιοκινήτου, εκάστην Παρασκευήν. Δεν ήρχετο τα Σάββατα επειδή την επομένην ήτο επίτροπος εις τον Ιερόν Ναόν του Οσίου Λουκά και επεθύμη να είναι αμόλυντος η προηγουμένη νύκτα αυτού, ήντινα διήρχετο μετά της συζύγου του εις έν καταγώγιον στις Τζιτζιφιές, πλάι εις τον Ιππόδρομον, τουτέστιν εθεωρούσε τας λαρυγγώδεις αοιδούς υψηλοτέρας ηθικής υποστάσεως από εμέ. Τι να είπω δε δια την σύζυγον ήτις τον εκεράτωνε -ωσάν να ήτο τάρανδος ανοιξιάτικος επερίσσευαν τα κέρατα.

Το μπουρδέλον ανήκεν εις την μαντάμ Φώφην, μίαν υπέρκομψον κυρίαν πεντήκοντα ετών, ήτις έπαιρνε τα καλύτερα τεκνά και άφηνε την σαβούραν δι ημάς τας νεωτέρας. Ολο κάτι καράφλες και κοιλαράδες έπεφταν στο μερτικό των νεαρών αιθερίων υπάρξεων, τουτέστιν εις εμέ και την Εστρέλλαν. Η Εστρέλλα ήτο ένα έτος μεγαλυτέρα από εμέ, πέντε πόντους χαμηλωτέρα και δύο οκάδας βαρυτέρα. Αντιλαμβάνεται λοιπόν ο πάσα ενας ότι ήμουν η πλέον ριγμένη εντός του οίκου της μαντάμ Φώφης. Το καλόν ήτο όμως ότι οι δευτεροκλασσάτοι εις την εμφάνισιν ήσαν πρωτοκλασσάτοι εις την οικονομικήν κατάστασιν, ούτωπως ισοφαρίζετο η απώλεια ευχαριστήσεως ημών των νεωτέρων, άλλωστε -ως είναι γνωστόν- η πουτάνα δεν χρήζει απολαύσεων. Αρκείται εις την αγοραπωλησίαν του σαρκίου αυτής και, όσον καλυτέρα η τιμή τόσον μεγαλυτέραν ικανοποίησιν λαμβάνει. Βεβαίως, η μαντάμ Φώφη ελάμβανε την μερίδα του λέοντος εκ των ειπράξεών μας, ούτω της ερχόταν μία η άλλη. Η απώλεια ρευστού απο τα θυλάκια της πτωχής νεολαίας ισοφαρίζετο από τα γεμάτα πορτοφόλια των σοβαρών κυρίων, αλλά η απώλεια η ιδική μας, δεν ισοφαρίζετο με τίποτε.

Η Εστρέλλα είχεν καταγωγήν αρμενικήν, δια τούτο διέθετε μύτην τεραστίων διαστάσεων, εν αντιθέσει με την μαντάμ Φώφην ήτις ήτο γαλλίς υπήκοος, δια τούτο είχεν το ελεύθερον να διατηρεί μπουρδέλον πολυτελείας. Διέθετε βεβαίως και καταλλήλους γνωριμίας μετ' οργάνων της τάξεως. Καλοστημένη επιχείρησις λέμε. Η μαντάμ Φώφη είχεν μικρών διαστάσεων ρίνα, αλλά δεν της έλειπεν η όσφρησις. Εμυριζότανε από δέκα μέτρα τον καλόν πελάτην. Η Εστρέλλα ήτο αμνός του Θεού και η μούρη μου απλώς μάθαινα το επάγγελμα τις ώρες που έκανα σκασιαρχείο από το 8ο Γυμνάσιο.

Εμείς αι τρεις ειμεθα αι πλέον τακτικαί εις τον οίκον, ομού μετά της κυρά Σοφίας της καθαριστρίας. Λεγόταν ότι η κυρά Σοφία ήτο η παλαιά ιδιοκτήτρια και είχε πωλήσει την επιχείρησιν εις την μαντάμ Φώφην όταν ησθένησε ο πατήρ της και εχρειάζετο επιπλέον χρήματα δια να τα φέρει βόλτα. Ο πατήρ απεθανεν αλλά το μπουρδέλον είχεν αλλάξει χέρια, η κυρά Σοφία έμεινε απένταρη και η μαντάμ την περιμάζεψε δια να καθαρίζει. Η κυρά Σοφία ήτο επιφορτισμένη να συλλέγει κορασίδες με απαιτήσεις πλέον του χαρτζηλικίου το οποίον ελάμβανον εκ του πατρός των ή που ήσαν απένταρες και εκόπτοντο να εργασθούν οπουδήποτε, φθάνει να διέθετον στοιχειώδη ευμορφίαν και χάριν. Η Εστρέλλα δεν διέθετε τίποτε από τα δύο, πλην όμως ήτο εξαιρετικά πρόθυμη να ικανοποιεί βίτσια, πράγμα ιδιαιτέρως επιθυμητόν εις τοιάυτας επιχειρήσεις. Εμένα με ονόμαζον "στριμμένην" διότι δεν ανεχόμουν βίτσια. Μοι ήτο αρκετόν να ανέχομαι τους καράφλες και τους κοιλαράδες και τους καράβλαχους.

Εν τω μπουρδέλι ειργάζοντο και άλλαι νεάνιδες έκτακται, τας οποίας ειδοποιούσεν η κυρά Σοφία όταν έπεφτε δουλειά με τη σέσουλα, ήτοι δι εξυπηρέτησιν του στόλου ή κλιμακίων του διπλωματικού σώματος εκ βαλκανικών χωρών. Τότε, έλεγα και εις μερικάς συμμαθητρίας μου να κάνουν μίαν περατζάδαν να ίδουν πόσα απίδια βάνει ο σάκκος. Βεβαίως επρόσεχα πολύ ποίας εκάλουν εις τον οίκον, μη τύχει και γίνει καμιά στραβή και το μάθει ο Γυμνασιάρχης ο κύριος Φούφωτος. Οι γονείς είχον μαύρα μεσάνυχτα και ήσαν πεπεισμένοι ότι εμελετούσα και ότι οι οφθαλμοί μου ήσαν βουλιαγμένοι από την πολλήν μελέτην και με παρεκάλουν να επισκεφθώ συντόμως τον οφθαλμίατρον, τον κύριον Πεσκέσην.

Ο κύριος Πεσκέσης ήτο τακτικός πελάτης του μπουρδέλου και μάλιστα προετίμα τας ιδικάς μου υπηρεσίας, ούτω του έθεσα το ζήτημα των οφθαλμών μου επί τάπητος και εδέχθη να με εξετάσει ένα απόγευμα όπου επήγα εις το ιατρείον του συνοδευομένη υπό της μητρός μου. Προς τιμήν του, δεν εδέχθη πεντάραν δια την εξέτασιν και η εμή μήτηρ είχε να λέγει πόσον ευγενής ήτο ο κύριος ούτος. Εδωσεν ένα κολλύριον, έγραψεν και την συχνότητα χρήσεώς αυτού και εφύγαμε δια το φαρμακείον του κυρίου Σαββατιανού, όστις ήτο επίσης πελάτης του οίκου και με ελιγουρεύετο όλως ιδιαιτέρως. Δεν ήτο δυνατόν βεβαίως να αρνηθεί να πληρωθεί διότι η μήτηρ μου θα εψυλλιάζετο οπωσδήποτε κάτι, δεν ήτο δα και εντελώς βλακεντία. Ούτω, κατά την αναχώρησίν μας, με εφώναξε ιδιαιτέρως ίνα μοι δώσει ωρισμένας εξηγήσεις δια το φάρμακον δήθεν, και μοι ενεχείρησεν δέκα δραχμάς -την αξίαν του κολλυρίου- κάτωθεν του πάγκου εργασίας του φαρμακοτρίφτου.

Είχον κάνει μίαν καλήν μπάζαν εις την Εθνικήν Τράπεζαν δια καλόν σκοπόν. Εσκεπτόμην να υπάγω εις Μασσαλίαν μετά την λήψιν του απολυτηρίου μου, όπου ήτο ο παράδεισος των μπουρδέλων κατά την εποχήν εκείνην, όπως έλεγεν κατ' επανάληψιν η μαντάμ. Θα το έκαμνε και η ιδία, αν δεν ήτο ερωτευμένη με τον κύριον Σκολοπέα τον μοίραρχον, ένα τεκνό μπουκιά και συχώριο λέμε. Ετών τριάκοντα ο κύριος μοίραρχος, μόνο μοίραρχος δεν ήταν. Ενας χωροφυλακίσκος της πεντάρας ήτο, αλλά η μαντάμ Φώφη του είχε ανεβάσει το βαθμό του ομού μετά της ψωλής του ήντινα ανεβοκατέβαζεν κατά βούλησιν εκάστην Τρίτην και Πέμπτην απόγευμα. Εις τον κύριον Σκολοπέαν οφείλεται το ναυάγιον του σχεδίου μου μέσω της αποκαλύψεως του τι ακριβώς συνέβαινε εντός του οίκου της μαντάμ Φώφης, ένεκα που ο κύριος μοίραρχος ήτο λίαν ζουλιάρης και μάλιστα εκρηκτικώς πως.

Η μαντάμ εφρόντιζε κατά τας επισκέψεις του κυρίου μοιράρχου να είναι ο οίκος απηλαγμένος ετέρων προσώπων ή, εις περίπτωσιν όπου ευρισκόμεθα εκεί, να είμεθα κεκλεισμένων των θυρών εντός των δωματίων μας και να μη βγάζουμε κιχ. Ελα όμως που έσπασε ο διάολος το ποδάρι του και κατά την στιγμήν όπου έκρουε τον κώδωνα ο μεγαλοχασάπης ένα βραδάκι Παρασκευής του εκατέβηκε του κυρίου Σκολοπέα να έλθει ίνα προσκαλέσει την μαντάμ δι έξοδον εις τα μπουζούκια! Επέτυχε λοιπόν τον κύριον Κοσμάν να κτυπά την θύραν και η θύρα να ανοίγει και να ευρίσκεται προ υπερθεάματος υπερπαραγωγής αμερικανικού σινεμά εγχρώμου, τουτέστιν όλαι αι γυναίκες φόρα παρτίδα εξαπλωμέναι εις καναπέδες και πολυθρόνας με ανοικτούς πόδας και μερικαί εξ ημών εις το δάπεδον επί ταπήτων περσικών μεγάλης αξίας -η μαντάμ δεν εφείδετο πολυτελών αισθητικών παροχών προς τέρψιν των πελατών βεβαίως- διότι ανεμένετο ορδή αμερικανών ναυτών επί τη εισπλεύσει του στόλου.

Μας επέτυχεν το λοιπόν ο κύριος μοίραρχος ξώβυζες και γυμνόποδες να καπνίζουμε ναργιλέδες επί το ποιητικώτερον. Η φαντασία βλέπετε είναι κάτι λίαν σημαντικόν εις την εργασίαν ημών, το παραμύθι συμβάλλει τα μέγιστα εις την ταχείαν εκσπερμάτισιν και ημείς είχομεν να ξεπετάξωμεν εκείνην την ημέραν ικανόν αριθμόν πελατών. Η μουσική εν τω γραμμοφώνω έπαιζεν εις το διαπασών το "εγώ είμαι η νέα γυναίκα" και ημείς ως φουγάρα επιβεβαιώναμε τους στίχους περί του μοντέλου της νέας γυναίκας. Ο μεγαλοχασάπης ώρμηξεν προς το μέρος μου ίνα με οδηγήσει εν τω δωματίω μου του οποίου καλώς εγνώριζεν την θέσιν, αλλά ο κύριος Σκολοπέας τον εσταμάτησεν με την φωνήν του την βαθείαν και ελαφρώς ένρινον "Τι γίνεται δω μέσα μπρε!"

Ο κύριος μοίραρχος ουδεμίαν ιδέαν είχεν περί του οίκου, δεδομένου ότι η μαντάμ Φώφη είχεν εξορκίσει τον πραγματικόν μοίραρχον κύριον Βρακάκην, όστις ανενέωνεν και την άδειαν λειτουργίας του μπουρδέλου, ίνα μη αποκαλύψει λεπτομερείας εις ουδένα υφιστάμενόν του, ούτω ο μοίραρχος μαϊμού κυριος Σκολοπέας ευρίσκετο εις βαθύ σκότος, νομίζων ο πανύβλαξ ότι η μαντάμ ήτο μία αξιότιμος κυρία, ανωτέρας τάξεως και υπεράνω πάσης υποψίας. Μανία που την έχουν ωρισμένοι άνδρες να έλκονται από τάχα μου δήθεν σπουδαίες γυναίκες και αρνούνται να βρουν και να κουκουλωθούν καμιά γυναικούλα της σειράς τους! Τελοσπάντων, την κάτσαμε τη βάρκα εκείνη την ημέρα -απόγευμα ήτο- όπου εξαμπαρκάριζε ο στόλος και, ταξιδεύων με τον υπόγειον ηλεκτρικόν σιδηρόδρομον, θα αριβάριζε οσονούπω. Η μαντάμ ώρμηξεν προς την τηλεφωνικήν συσκευήν ίνα επικοινωνήσει μετά του αληθούς μοιράρχου να έλθει να μαζέψει τον υφιστάμενόν του, ο κύριος Σκολοπέας ώρμηξεν και ήρπαξεν την μαντάμ από τας τρίχας της κεφαλής της, άρτι φιλοτεχνηθείσας εις περίλαμπρον κόμμωσιν ένεκα οι ναύται, ημείς αι δευτεροκλασσάται πουτάναι οδυρόμεθα ομού και ολοφυρόμεθα μετ' αφθόνων ολολυγμών και δακρύων.

Την προσωρινήν λύσιν εις το πρόβλημα το οποίον ανεφύει εν ριπή οφθαλμού έδωσεν η κυρά Σοφία, ήτις εξεπρόβαλλεν από την κουζίναν όπου κατοικοέδρευε συνήθως, μόλις ήκουσεν τας κραυγάς απελπισίας της μαντάμ. Ως αιλουροειδές επλησίασεν τον κύριον Σκολοπέαν και τον ήρπασεν εκ του πέτου της στολής του λέγουσα προς έκπληξιν όλων ημών "ογλήγορα σπίτι τσογλάν μπουρέκ και μη σε ξαναδώ σε τέτοια μέρη!" και ο κύριος μοίραρχος εξαφνίσθη τοσούτον ώστε έμεινε κόκκαλο σύρων τα βήματα προς την έξοδον μετά κόπου, ωσάν κεραυνοβολημένος, ψελλίζων σιγανά "θα μου πεις τουλάχιστον τι συμβαίνει, ε". Τι είχεν συμβεί; Τι άλλον από το ότι η κυρά Σοφία ήτο η μήτηρ αυτού, ήτις έκανε τα στραβά μάτια δια την σχέσιν του υιού της με την πατρόνα ελπίζουσα να επανακτήσει την κυριότητα του μπουρδέλου εν ευθέτω χρόνω, μέσω ακριβώς αυτής της σχέσεως. Τι σου είναι η ζωή τελικώς!

Αμα τη αναχωρήσει του χωροφυλακίσκου, η μαντάμ έτρεξε να διορθώσει την κόμμωσίν της καθησυχάζουσα ημάς, καθώς και τον κύριον Κοσμάν, όστις ελαφρώς μουδιασμένος ηκολούθη την πορείαν μου προς το δωμάτιον ανόρεκτος, ανακτήσας όμως δυνάμεις μόλις ήκουσεν την μαντάμ να λέγει "σήμερα δωρεάν κύριε Κοσμά η πρώτη βολή, χρεώνεται μόνον η δευτέρα αν το βαστά η περδικούλα σας, έχομεν και κέρασμα ηδύποτον" και "συμφωνείς χρυσό μου, έτσι δεν είναι;" συνεπλήρωσεν απευθυνόμενη εις εμέ, και τι να κάμνω, συνεφώνησα. Εγνώριζα καλώς ότι ο μεγαλοχασάπης δεν θα με άφηνε παραπονούμενη -του εθύμιζα την ανεψιά του και με συνεπάθει σφόδρα. Αύτη ήτο και η τελευταία φορά που προσέφερα τας υπηρεσίας μου εις το μπουρδέλο της μαντάμ Φώφης. Μόλις έληξεν η συνεύρεσις μετά του κυρίου Κοσμά, με εκάλεσεν αύτη εις τα ενδότερα, δηλαδή εντός της μεγάλης πολυτελούς κρεββατοκάμαρής της, μοι ενεχείρησεν μικρόν τινα σάκκον εντός του οποίου υπήρχον μερικά κοσμήματα, δύο φορέματα μεταξωτά, τρία μεσοφόρια με τελείωμα μπιμπίλα, καθώς και έν δερμάτινον πορτοφόλιον εκ δέρματος όφεως χρώματος βαθέως πρασίνου, και με εσχόλασεν από την εργασίαν μου λες και έφταιγα εγώ δια την αθλίαν συμπεριφοράν του ερωμένου της. Τι σου είναι οι άνθρωποι! Σε τίποτα δεν τό'χουν να σε πετάξουν στο δρόμο.

Το τραύμα το οποίον έλαβεν η ψυχή μου από την αχαρακτήριστον συμπεριφοράν της μαντάμ Φώφης είχεν αντίκτυπον εις την διάθεσίν μου, έπεσα εις βαθείαν κατάθλιψιν σκεπτομένη την ματαίωσιν του ταξιδίου εις Μασσαλίαν και την εξεέλιξίν μου εις πουτάνα πολυτελείας με ιδιόκτητον οίκον εν τω εγγύς μέλλοντι. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ηναγκάσθην να συμβιβαστώ με τα τρέχοντα ισχύοντα και ήρχισα να μελετώ μετά πάθους, ούτως ώστε να αναπληρώσω τα κενά. Το ευτύχημα είναι ότι ο νους μου γίνεται ξουράφι όταν το θέλω, έτσι ετελείωσα με άριστα και διαγωγήν κοσμιωτάτην το όγδοον εξατάξιον Γυμνάσιον Κολιάτσου. Ημουν πλέον μία δεσποινίς ετών είκοσιν, δεδομένου ότι είχα μείνει στάσιμος δύο έτη λόγω επιπλοκής των αμυγδαλών μου, αλλά αυτή η ηλικία είναι η πλέον ώριμος ώστε να αποφασίζει ο άνθρωπος δια το μέλλον αυτού. Τα κοσμήματα, τα φορέματα και τα μεσοφόρια τα επώλησα εις μίαν καθηγήτριάν μου ελαφρώς ψωνάραν με τα είδη πολυτελείας, λέγουσα εις αυτήν μίαν πονεμένην ιστορίαν περί πτωχών συγγενών οίτινες ξεπουλούν το βιος τους λόγω ανεχείας, και το ποσόν κατέθεσα εις τον λογαριασμόν μου. Ημουν αρκετά πλουσία ως εικοσαετής απόφοιτος Γυμνασίου και ησθανόμην αρκετά δυνατή.

Εις την οικίαν μου ουδείς είχεν αντιληφθεί τι επαιζόταν τα δύο τελευταία χρόνια εις το χορόδραμα της κωμικοτραγικής μου ζωής, σχεδόν ούτε η αφεντιά μου το είχεν καταλάβει εις βάθος. Είχον την βεβαιότητα ότι ευρισκόμην εις την ορθήν οδόν της επιτυχίας, επειδή οι γονείς μου τα πάντα τα υπελόγιζαν με την χρηματικήν κλίμακα. Κατείχα ικανόν αριθμόν τραπεζογραμματίων, άρα ήμουν αρκετά πλουσία, άρα και αρκετά επιτυχημένη. Αυτό το οποίον καλείται "ηθική φθορά" δεν με είχεν εγγίσει ουδαμού, άλλωστε με το πρεσσάρισμα του αουτσάϊντερ, χάρις εις το οποίον επέτυχα την ηρωϊκήν μου έξοδον από τας βασικάς σπουδάς, είχον αποκτήσει και ένα λούστρο μορφώσεως επιπλέον. Εκείνην την εποχήν, το απολυτήριον του Γυμνασίου -Λυκείου λέγεται σήμερον- ήτο ικανόν ίνα κατακτήσει ένας νέος άνθρωπος μίαν θέσιν ικανώς αμοιβομένην εις τον δημόσιον ή τον ιδιωτικόν τομέα. Προετοίμησα τον δημόσιον, προς μεγάλην ευχαρίστησιν της εμής οικογενείας. Το υπουργείον Εσωτερικών προεκήρυξε θέσεις τινάς γραμματέων και δακτυλογράφων, εξητάσθην, επέτυχον και προσελήφθην κατά μήνα Απρίλιον -ολίγον προ του Πάσχα.

Σκέτο μπουρδέλο το Υπουργείον, ηυρέθην κολυμβώσα εις γνωστά ύδατα, πασίγνωστα μάλλον, διότι το ήμισυ τουλάχιστον των υπαλλήλων ετύγχανον παλαιοί μου πελάται, καθώς και η πλειονότης των επισκεπτών του Υπουργείου, όθεν εστί μεθερμηνευόμενον, ότι συνέχισα μετά πάσης ελευθερίας να εφαρμόζω την παροιμίαν "παλιά μου τέχνη κόσκινο" και να διάγω βίον ανέφελον και πολλά αγαθά αποφέροντα. Ζωή και κότα, οπού λέγουσιν, με μόνην διαφοράν ότι η κότα δεν ήμουν εγώ. Η κότα η μεγάλη ήταν ο κύριος Παρλαβούρας ο διευθυντής της Υπηρεσίας μου, συνοδευόμενος από πλείστα όσα κοτόπουλα -υπαλλήλους και επισκέπτας κυρίως- τα οποία εμαδούσα δια της μεθόδου την οποίαν εγνώριζα λίαν καλώς. Εγώ ήμουν, και εξακολουθώ να είμαι η Ζωή.

---------
ΣΗΜ. Γράφτηκε σήμερα -μονοκοντυλιά σε 3 ωρίτσες- λόγω αναγκαστικής αγρυπνίας. Οταν ξεκίνησα να γράφω, δεν είχα ιδέα πού θα καταλήξω, όπως συμβαίνει πάντα ως τώρα. Πλάκα δεν έχει;
__________________
μεταφέρθηκε από εδώ γιατί νομίζω ότι αυτή η θέση είναι πιο κατάλληλη.

14 Ιουν 2017

Στραγαλιάδα

Εχθές επείνασα πολύ κι έβγαλα αγάλι αγάλι
από την τσέπην την ζερβήν ένα μικρό στραγάλι
στραγάλι που εφύλαττα ως κόρην οφθαλμού
δια να μασήσω η έρημη εν μέσω του λιμού

Το πρόβλημα ήρξατο ευθύς όταν απεκαλύφθη
ότι το στράγαλον σκληρόν, όθεν και δεν ελήφθη…
Διότι καλόν είναι η τροφή που τρώγει ο πεινώντας
να μη του πέφτει ως πέλεκυς και θραύει τους οδόντας.

Allu Fun Marx:


Στραγάλι πόνο μού’δωκες και πόνο θα σου δώσω
τι σού’φταιξε ο οδόντας μου και τον εθραύεις τόσο;
Σαν τους προδότας στο γουδί, σε στέλνω δίχως άλλο
και στουμπισθέν και μαλακόν στο στόμα θα σε βάλω

rodia:

!!!!! ας αρχίσει λοιπον, η Στραγαλιάδα! Κάνε κάτι που είσαι ειδικός! :))

Σαν είδα το στραγάλι της, ο ήλιος εθαμπώθη,
η θάλασσα μελάνιασε κι η γης εσυρρικνώθη.
Αχ, νά’ταν οι αστράγαλοι των γυναικών στραγάλια
να τα μασούσα, μάτια μου, κι ας είχα δόντια χάλια!

(στιχοι παλαιων ανδρων, άρτι αφιχθεντες στο μυαλο μου)

Allu Fun Marx:

11 Ιουν 2017

Κροκοδείλων δάκρυα


Στης Βουλής τα σκαλοπάτια
κάθονται οι κροκοδείλοι
έχουν δακρυσμένα μάτια
και χαμόγελο στα χείλη

Φαίνονται καλοθρεμμένοι
αν και πάντα πεινασμένοι
Τρώνε, κόκκαλα τσακίζουν
κι ύστερα βαρειά δακρύζουν

Από την αυγή ως το δείλι
κλαίγονται οι κροκοδείλοι

Με μασέλες σιδερένιες
κλαίγοντας λιώνουνε κόσμο
και ξεβαρυστομαχιάζουν
μ' ένα φλυτζανάκι δυόσμο

Οπως έπεφτε το δείλι
φάνηκαν οι κροκοδείλοι
και με μάτια δακρυσμένα
καταβρόχθισαν και μένα!
______________
ΣΗΜ. γράφτηκε στο φέησμπουκ στις 9 Ιουλίου 2014, ατάκα κιεπιτόπου

Καρυατιάδα - Επος ηρωϊκόν, διαρκώς ανασχηματιζόμενον

Καρυάτιδες με χάρη
αποπνέουσαι θυμάρι
μπήκαν μέσα στα μουσεία
με ορμή κι αυτοθυσία

Στο μουσείο του Λονδίνου
«εχω μια μα δεν στη δίνω»
λέει ο φύλακας στην πρώτη
και αρχίσανε οι κρότοι!

Μπαμ! εδω και μπαμ! πιο πέρα
εξεκίνησε η μέρα...
Τράβαγαν οι κοπελίτσες
να γεμίσουν τις βαλίτσες...

Γύρευαν την αδελφή των
στην Οξφόρδη και στο Ήτον
στην Οξφόρδη δεν τη βρήκαν
και το Ήτον θέλει προίκαν...

..τότε, η σιγή εθραύσθη..
«Φέρτε τον Καρυοθραύστη!»
είπε η πρώτη στεντορείως
κι έρευσεν ιδρώτας κρύος... 


(συνεχιζεται μέχρι να βαρεθω, βοηθήστε με σχόλια)
______________
ΣΗΜ. γράφτηκε ατάκα κιεπιτόπου στο φέησμπουκ, στις 12 Ιουνίου 2014

4 Ιουν 2017

ο τοίχος



Είμ' ένας τοίχος
από άθραυστο γυαλί
ένας καθρέφτης,
που πονάει με όσα βλέπει
Τα όσα δεν πρέπει
και τα όσα πρέπει

με δυο τυφλές ματιές

***

Είμ' ένας τοίχος
απο πέτρα κι απο φως
ένα μαντράκι
ακατέργαστο ντουβάρι
η άσπρη μου χάρη
σα βιολιού δοξάρι

σκαλίζει τις πληγές

***

Είμ' ένας τοίχος
ξαπλωμένος στην αυλή
μια χούφτα πέτρες
που μιλούν με το χορτάρι
κερδίζω τα βάρη
στης ζωής το ζάρι

με τρεις λαβωματιές

__________________
ΣΗΜ. μεταφορά απο εδώ (γραφτηκε 20 Οκτ. 2006)

23 Μαΐ 2017

οι περιπέτειες του καρότου

Εκεί πέρα στο Κιότο
ζει ένα καρότο
μέσα σε ριζότο πρώτο!

μ’ ένα φίλο, το μπισκότο,
παίζουνε το Λόττο
κι όλο χάνουνε γαμώτο!


Έχουν ένα ωραίο μότο:
“αν βρωμά το χνώτο,
σκάσε ένα βαρελότο”!

Μαγειρεύουν περγαμότο
παίζοντας φαγκότο
με το Ζακ, τον καμαρότο!

Κάποιος έβαλε μπουρλότο...
Τίγκα στο τσιρότο
φύγαν όλοι τους προς Νότο...
________________________
ΣΗΜ. γράφτηκε ατάκα κιεπιτόπου πριν από λίγα λεπτά στο facebook

1 Μαΐ 2017

ο μέσα δρόμος

το προσκλητήριο των νεκρών
του μέσα δρόμου
ηχεί παράξενα στ’ αφτιά
του νοσοκόμου

κρατά μια πάπια με σκατά
μα πέφτει κάτου
αντισταθμίζοντας τον ήχο*
του θανάτου

νεκροί περνούν καμαρωτοί
χιλιάδες ίσκιοι
κι ο νοσοκόμος τους ξορκίζει
με ουίσκι

(πώς μου ήρθε τούτο μου λες..?)
___________________
ΣΗΜ. σχόλιο (27 Ιαν. 2007) στο ποστ του χαρτοπόντικα 
* (αντί "τον ήχο", "τη φρίκη")

25 Απρ 2017

το κασελάκι του εγγλέζου


Το Μαριγώ του Διατσέντη ήτονε κάπως χαζοπούλι, αν και δεν είναι σίγουρο τι έχει κανείς στο τσερβέλο του. Οταν απόθανε ο Διατσέντης (Υάκινθος νομίζω βαφτισμένος) το Μαριγώ επήε να ζήσει στο καλυβάκι όξου στα χωράφια, επειδή το σπίτι τση έφερνε λύπη.
Το Μαριγώ, το λοιπόν, εξύπνησε μιαν ημέρα και είπε να σκαλίσει το χώμα και να φυτέψει πομοντόρα και μωρόπουλα νάχει τη σαλατίτσα τση να δροσίζεται κομμάτι. Επήρε το σκαλιστηράκι κι αρχίνησε να σκάβει, όχι και πολύ βαθειά, κι εκεί όπου έσκαβε εφανερώθη ένα κασελάκι ξύλινο. Τό ειδε το Μαριγώ κι έθαξε κι εφώναξε τσου γειτόνους κι εκείνοι εφωνάξανε το γραμματικό κι εκειός εφώναξε την αστενομία και μαζωχτήκαν ούλοι απάνω απού το κασελάκι κι επεριμένανε τι θα γένει κι ανοίξανε το κασελάκι ο σιδεράς κι οι δυο του παραγιοί, γιατί είχενε καδινάτσους και κλειδαριές σκουριασμένες.
Οντις άνοιξε, οι αθρώποι οπού 'τανε συναγμένοι πάνωθέ του, είχανε την τύχη να ιδούνε ένα θάμα: το κασελάκι ήτονε γεμάτο υποκάμισα γυαλιστερά σε ωραίους απαλούς χρωματισμούς, με τα πιετάκια τσου, τα κουμπάκια τσου, διπλωμένα προσεχτικά, εφαινόντουσαν και καλοσιδερωμένα. Η εικόνα ετούτη όμως, δεν εκράτησε πολύ, σε δυο τρία λεπτά τα υποκάμισα γίναν αέρας και σκόνη γκρίζα και στο κασελάκι απομείνανε ολίγα νομίσματα, κι αυτά σκουριασμένα.
Ο γραμματικός απεφάνθη πως το κασελάκι θα ήτονε καποιανού εγγλέζου, τα νομίσματα ήτον εγγλέζικα, μάτια μου, και δεν είχανε καμμιάν αξία και πως αν ήθελε το Μαριγώ ημπόριε να τα δωρίσει στο χωριό να τα βάλουνε σε έκθεση, αλλά εκείνη ηθέλησε να τα κρατήσει κι έτσι εγίνηκε.
Οταν εφύανε ούλοι κι απόμεινε η κοπέλα μοναχή τση, εμπήκε στο καλυβάκι νταγκανίζοντας τα κέρματα στην τσέπη τση. Ενοιωθε πολύ πλουσία, γλέπεις, και όχι μονάχα για τα νομίσματα οπού αξία δεν είχαν, όπως είχε πει κι ο γραμματικός, αλλά για τον κόσμο οπού είχε μαζωχτεί στο φτωχικό τση.
_________________________
ΣΗΜ. την ιστορία αυτή μου την είχε διηγηθεί η γιαγιά μου η κοντέσσα η κεφαλονίτισσα, που ήταν παρούσα και είχε δει το θαύμα επτάχρονο κοριτσάκι.

19 Απρ 2017

Oι Κατερίνες και το ψάρι

Ηταν μια Κατερίνα που δούλευε στο φούρνο και ήταν πεντάμορφη, έσφυζε από νιάτα και υγεία, ένα τσακ νά 'κανες πάνω στο δέρμα της το κάτασπρο και τεντωμένο και δροσερό και λες πως, αν το άγγιζες, δε θα χρειαζόταν να ξαναπιείς σε όλη τη ζωή σου. Είχε κόκκινα μαλλιά μακριά που πετούσαν ελεύθερα ένα γύρω και σάρωναν ξαφνικά τον αέρα, όταν άλλαζε κατεύθυνση στο πρασινόγκριζο βλέμμα της.

Τη γνώρισα όταν πήγα για ψήσιμο το ψάρι. Ενα ψάρι στρουμπουλό κι ασημένιο, τυλιγμένο σε λαδόκολλα κι αλουμινόχαρτο, να ψηθεί στο φούρνο της γειτονιάς για να μη μυρίσει το σπίτι ψαρίλα. Κάθε που πήγαινα στο φούρνο, η Κατερίνα λες και με περνούσε από ρεκτιφιέ. Το κέφι μου έφτιαχνε στο πιτς φιτίλι, το γέλιο της σαν νά 'ταν κολλητικό. Το ίδιο θα σκεφτόταν κάθε άντρας στην ηλικία μου, αλλά αυτό δεν είχε περάσει από το νου μου -τότε. Ηταν στα είκοσί της και 'γώ στα εικοσπέντε μου, άρτι απολυθείς του στρατεύματος και άνευ σταθερής εργασίας, θα κάναμε το τέλειο ζευγάρι λέμε, αν δεν την πλεύριζε ο μηχανικάκιας της απέναντι υπόγας, ένας μπαρμπούλης ψαρομάλλης γύρω στα σαράντα κάτι. Αυτός της φούσκωσε τα μυαλά και η Κατερίνα, αχ, γράφτηκε σε μια δραματική σχολή της πλάκας να γίνει ηθοποιός του θεάτρου.

Κάθε που σχόλαγε απο την οχτάωρη ορθοστασία του φούρνου και πριν πάει στη Σχολή, πέρναγε από το γραφειάκι του τυπά να δανειστεί βιβλία λογοτεχνικά να καλλιεργήσει το πνεύμα της και, βάζω στοίχημα, ότι ο μπάρμπας όλο και κάτι θα σούφρωνε από το καλλιεργημένο της κορμάκι. Τι κορμάκι δηλαδή, κορμάρα ήταν η Κατερίνα, ζουμερή κορμάρα με τέλειες αναλογίες λέμε. Μεταξύ μας, έσκασα που δεν πρόλαβα να παίξω τον κηπουρό σε αυτό τον Παράδεισο και να κατοικήσω μέσα του δια βίου, που λένε, αλλά έτσι είναι με τους νέους κι άβγαλτους άντρες. Διστάζουμε, να πάρει!

Πέρασαν κάτι χρόνια και τη συνάντησα στο δρόμο, κοντά στο καινούργιο μου σπίτι. Σουρωμένο το πρόσωπο, τα μαλλιά κατσιασμένα, τα μάτια ανήσυχα να παίζουν πέρα δώθε, το κορμί μαραγκιασμένο αλλά λεπτό -τάχα μου, τι λεπτό, πετσί και κόκκαλο-, οι κινήσεις της αγχωμένες, της είπα πως γράφω στην εφημερίδα, με ρώτησε αν γνωρίζω συγγραφείς, της είπα πως όλο και κάτι γίνεται, μου έδωσε το τηλέφωνό της αν ακούσω για κάνα θεατρικό ή κάνα βίντεο, είπα πως θά 'χω το νου μου, με ευχαρίστησε και χωρίσαμε. Γύρισα να την ξανακοιτάξω, να μαντέψω πού να είχε πάει εκείνο το γάργαρο σαν καταρράχτης γέλιο της, μπορεί και νά 'χε χαθεί κάτω από τα βήματά της που έσκαφταν την άσφαλτο όπως έτρεχε να διασχίσει το δρόμο.

Πάνω από δεκαπέντε χρόνια είναι που μετακόμισα στη γειτονιά όπου κατοικώ τώρα και μόλις σήμερα πρόσεξα την Κατερίνα που δουλεύει στο φούρνο της πλατείας. Κοντούλα και ζουμερή, τριανταπέντε πάνω κάτω, κοκκινωπό μαλλί με ανταύγειες, φωνή μπάσα κι ένα γέλιο θεϊκό, με εξυπηρέτησε πρόθυμα αν και είχε τελειώσει το αγιορείτικο καρβελάκι που ψωνίζω συνήθως, ένεκα η ώρα. «Αργήσατε πάλι» μου είπε, «να σας φυλάξω γι αύριο;» ρώτησε στο καπάκι, την παρακάλεσα να μου φυλάξει, έγραψε τ' όνομά μου σ' ένα χαρτάκι και το κόλλησε στην ταμειακή μηχανή, τη ρώτησα αν ψήνουν ψάρι στο χαρτί, με διαβεβαίωσε πως ναι, αλλά να το πάω γύρω στις έντεκα που θά 'χει πάψει να βγαίνει ψωμί, είπα ότι θα το φροντίσω και γύρισα σπίτι.

Σαράντα κάτι εγώ, λογάριασα με το νου μου, σταθερή δουλειά έχω για την ώρα, αλλά και να τη χάσω δεν τρέχει τίποτα θα βρω άλλη, Κατερίνα όμως έχω καιρό να ξαναβρώ άραγε; Πετάχτηκα στα γρήγορα χωρίς να το πολυσκεφτώ, έτρεξα στην πλατεία, μπήκα στο φούρνο, η Κατερίνα δεν ήταν στο πόστο της, τη ζήτησα, «μόλις έφυγε, θα την προλάβετε στη στάση» μου είπαν, την πρόλαβα, την πήρα για ένα καφέ στο κοντινό μπαράκι, τα είπαμε, τα συμφωνήσαμε, παντρευόμαστε, πετάω πετάω πετάω!!!

-------------
ΣΗΜ. Η ιστορία ατάκα κι επιτόπου, ανέβηκε στις 8-3-2007 από τη Rodia στο ΦιλοξενείοΦιλοξενείο
------------
Σχόλια: 
anonymous_bythelake said...
Άντε και καλούς απογόνους.
8 Μαρτίου 2007 - 12:25 π.μ.
 A.F.Marx said...
Πάνος Τούντας said:

Όταν περνώ για να σε ιδώ
αχ πώς με βασανίζεις
έχεις κεφτέδες στη φωτιά
αχ, Κατερίνα μου γλυκιά
και γλυκοτηγανίζεις

Αμάν Κατερίνα μου
κούζουμ Κατερίνα μου
τα παραπονάκια μου θέλω να στα πω
μάτια σαν τα κάστανα
μ' έβαλαν στα βάσανα
κι όλο από την πόρτα σου θέλω να περνώ
8 Μαρτίου 2007 - 10:32 π.μ.
 
Filoxeneio said...
Και η Αλίκη άδει: Βγαίνει η Κατερίνα τσάρκα στην Αθήνα :)
Ροδιά μου καλώς μας ήρθες ..
8 Μαρτίου 2007 - 11:45 π.μ.
 
Αλεπού said...
Κατερίνα, κατερινάκι
είσαι της ζωής τ' αεράκι
που έλεγε κι ένα παλιό τραγουδάκι.

Ωραίο άνεμο φύσηξες Ροδιά με την ιστορία σου, ανοιξιάτικο!
8 Μαρτίου 2007 - 12:33 μ.μ.
 
Olyf said...
....κι άμα σε ρωτάνε πετάει τό ψάρι; πετάει πετάει νά λες..λαχτάρα και σήμερα rodia μας :)
8 Μαρτίου 2007 - 12:37 μ.μ.
 
mpampakis said...
Πω-πω-πω, μύρισε φρεσκοψημένο ψωμί εδώ μέσα! :^)

(είναι όμως κάποια επαγγέλματα που είναι ξεδιάντροπα και δροσερά σέξυ, σωστά;)
8 Μαρτίου 2007 - 12:39 μ.μ.
 
dimitris-r said...
Ωραία!
Είχαμ' "ένα ψάρι στρουμπουλό κι ασημένιο", έναν που "στάθηκε αναποφάσιστος στη σωστή την ώρα", και μια Κατερίνα που το "δέρμα της το κάτασπρο και τεντωμένο και δροσερό (δεν δόθηκε σε διστακτικούς)...νέους κι άβγαλτους άντρες".
Και τί παίρνουμε στο χέρι; μια "κοντούλα και ζουμερή" (ένα ψάρι;), "τριανταπέντε πάνω κάτω, κοκκινωπό μαλλί με ανταύγειες"
Κι έτσι ο "κατερινάκιας" ο ...ψεκάστε, σκουπίστε, τυλήχτε τη φουρναροπούλα στο λαδόχαρτο... τύπος, απέδειξε κι ας ήταν και χωρίς να το πολυσκεφτεί πως "κάλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει".

Τσιπούρα μάλλον το πρώτο ψάρι, το δεύτερο δεν προέκυψε. Μας κρύψατε και τη συνταγή...
Απολαύσαμε όμως ένα κείμενο, που μοσχομύρησε ως εδώ κάτω στα μέρη μας, τα παράλια, μ' όλα του τα λαδολέμονα και τις φρεσκοτριμένες ρίγανες.
8 Μαρτίου 2007 - 5:30 μ.μ.
 
Στέφανος said...
Γειτονιά μύρισε και απλότητα.
Δουλειά ανθρώπινη και μεγαλωσύνη.

μας τύλιξες σε μιά (λαδό) κόλα χαρτί και μας έψησες σαν ψάρι σε χείλια :-)
Και μοσχομύρισε η γειτονιά!

Μαυρόασπρη παλιά Ελληνική ταινία μου θύμισε

Ευχαριστούμε
8 Μαρτίου 2007 - 6:45 μ.μ.
 
Χαρτοπόντικας said...
Τελικά ψάρι του έψησε;;;
9 Μαρτίου 2007 - 7:58 π.μ.
 
Rodia said...
Καλημέρα παιδιά!:-)
Ευχαριστώ που μπήκατε στον κόπο να σχολιάσετε την ιστοριούλα μου. Ταλαντεύτηκα μεταξύ μιας ιστορίας γκραν γκινιόλ -ξέρετε, αίματα, παράδοξο, κλπ- και μιας ιστορίας καθημερινής, σαν αυτές που σκαρώνει η ζωή. Είναι συρραφή τριών ιστοριών και μερικές φράσεις είναι απολύτως αληθινές. Οι Κατερίνες υπάρχουν, το ψάρι υπάρχει, η δραματική σχολή υπάρχει. Αυτό που πρόσθεσα είναι ο συνδετικός κρίκος, ο αφηγητής δηλαδή.
Γνωρίζω πως είναι μια βιαστική αφήγηση, αλλά δεν ήθελα να της δώσω μεγαλύτερη έκταση -την αντιμετώπισα ως δείγμα γραφής κι αν δεν βγήκε το καλύτερο, ε, δεν πάμε για το Νόμπελ!
Χαίρομαι που έδωσε μυρωδιές και άνοιξη, το μόνο που ήθελα κατά βάθος είναι να δώσω ένα σήμα στα μοναχικά παληκάρια μας, ότι η ζωή είναι ανοιχτή για τους τολμηρούς -παντού!!!

:-)) σμουτς! σε όλους

(να επανέλθω για αναλυτικές απαντήσεις ως είθισται?)

..αν έγραφα σήμερα, θα έγραφα ένα ποιηματάκι..
9 Μαρτίου 2007 - 11:11 π.μ. 
 
aeipote said...
Άψογο και. . . Κατερινάτο
[Ας πάει και το παλιόψαρο!]

Καλό Βράδυ.
12 Μαρτίου 2007 - 8:36 μ.μ.