31 Δεκ 2005

Η επίσκεψη του Larry -Νο 1

Στο πλαίσιο της προσπάθειας απεγκλωβισμού από τις εικόνες που μας δυναστεύουν, το τελευταίο Σάββατο κάθε μήνα θα ανεβαίνει και απο μια διήγηση των επισκέψεων του ιππότου Larry.
Οποιος θέλει να ακούσει τη φωνούλα μου, υπάρχει στο sound cloud


Ο Λάρρυ εισήλθεν εις το διαμέρισμα της βαρώνης έτοιμος να γαμήσει. Φρεσκομπανιαρισμένος, με το περιποιημένο του γενάκι να μοσχοβολά άφτερ σέϊβ, έλαμπεν εντός του κατάλευκου υποκαμίσου του ως ημίθεος φωτεινός ήρως. Ητο τόσον βέβαιος δι όν έμελλεν συμβεί, ώστε είχεν προετοιμάσει καταλλήλως το εργαλείον της ηδονής, τουτέστιν είχε ψιλομαλακιστεί εντός του ανελκυστήρος.

Την θύραν ήνοιξεν η ιδία η βαρώνη βαρέων βαρών ανθυπομειδιώσα και το μειδίαμά της ηπλώθη και προς τας δύο παρειάς όταν αντίκρυσε τον ευγενή ιππότην. Ανέμενεν βεβαίως την έκπληξιν του, αλλά δεν ήτο βεβαία δια την έκτασίν της. Ο Λάρρυ είχε μείνει κόκκαλο ενώπιόν της και η κοκκαλωμένη του ψωλή είχεν αποτόμως μαραθεί. Οποίον έκτρωμα! Η βαρώνη, την οποίαν είχεν επιμελώς πλάσει με την δύναμιν της φαντασίας του, ήτο μια νεωτάτη γυναίκα εικοσιέξ Μαΐων το πολύ. Αυτήν την στιγμήν όμως, ίστατο έμπροσθέν του μία γηραιά σεβασμία εβδομηκοντούτις, τουλάχιστον, κυρία με πάλευκον κόμην.

Ελαβε την χείραν η οποία του προσεφέρθη και, λυγίσας αρκετά την οσφύν του, εξετέλεσεν το αναμενόμενον υπό της βαρώνης χειροφίλημα, δεδομένου ότι η κυρία βαρώνη ήτο ανυπερθέτως το κοντύτερο γυναικείο πλάσμα το οποίον συναντούσε. Η χειρ της βαρώνης ευωδίαζε λιβάνι, έν ακόμη ισχυρόν κατασταλτικόν των ορμών τού, διασήμου δι αυτάς, ιππότου.

«Περάστε αγαπητέ μου Λάρρυ» είπεν η βαρώνη με την τσιριχτή φωνούλα της, παραμερίζοντας τον σάρκινον όγκον της. Αυτό το «μου» έμπροσθεν του διασήμου ονόματός του τον εξενεύριζε τα μάλα, αλλά έδωσεν τόπον εις την οργήν. Να θύμωνε τώρα με μίαν υπερήλικα γιαγιάκα; Δεν ήτο τού, γνωστού δια την παροιμιώδη ψυχραιμίαν, χαρακτήρος του.

«Ευχαρίστως» απήντησεν ο Λάρρυ, συμπληρώνων όπισθεν των οδόντων του «περαστικός είμαι άλλωστε», ερευνών απεγνωσμένως εντός των πτυχών του εγκεφάλου του ίνα εξεύρει δίοδον διαφυγής από την κατάστασιν εις ήν ευρέθη λίαν απροετοίμαστος, πράγμα σπάνιον, δια τούτο και δυσκολώτατον.

«Καθήστε, μα καθήστε, όπου βολεύεστε αγαπητέ. Να κεράσω βυσσινάδαν;» είπεν η βαρώνη και προχώρησεν προς την σάλαν του μεγάλου διαμπερούς διαμερίσματός της.

«Χμμ.. ναι.. να μην ενοχλώ..» ψιθύρισεν ο ιππότης, προσθέτων ελαφρώς ανατιναζόμενος ως υπό ηλεκτρικού ρεύματος «Οχι, όχι βυσσινάδαν! Ενα νεράκι μόνο θα το έπινα ευχαρίστως.»

Το αιματώδες ποτόν του έφερεν αναμνήσεις δυσαρέστους, λόγω της υπερβολής την οποίαν είχε διαπράξει εις το στράτευμα καταναλώνων πολλά κυβικά εξ αυτού. Η βυσσινάδα ήτο το πλέον φθηνόν αναψυκτικόν, το οποίον διετίθετο υπό του Κ.Ψ.Μ. της μονάδος του και ο Λάρρυ δεν ήτο τότε αρκετά πλούσιος ώστε να δικαιούται άλλων επιλογών. Μία βυσσινάδα εκάστην Κυριακήν απόγευμα και πολύ του πήγαινε. Οταν απελύθη του στρατεύματος, εξεπλήρωσεν δηλαδή τας προς την πατρίδα υποχρεώσεις του, ωρκίσθη ότι η βυσσινάδα δεν θα πλησίαζε τα χείλη του πλέον ούτε εις απόστασιν δέκα μιλλίων.

«Οπως επιθυμείτε αγαπητέ μου» απεκρίθη η βαρώνη και κατηυθύνθη δρομαίως προς τον ψύκτην ίνα εκπληρώσει την επιθυμίαν δια ύδωρ του ιππότου. Επλήρωσεν έως το χείλος ένα βοημικής λεπτής τέχνης κρυστάλλινον αμφορέα μικρού μεγέθους, ετοποθέτησεν αυτόν επί αργυρού δίσκου μαζί με δύο ποτήρια, επίσης εκ κρυστάλλου Βοημίας, και επέστρεψεν εις την σάλαν.

Αφού εσερβίρησεν το ύδωρ και εις τα δύο ποτήρια, η βαρώνη εκάθησεν επί του ενός εκ των τριών ανακλίντρων, τα οποία συνηγωνίζοντο μεταξύ των εις την κακογουστιάν και εις το πλήθος των λεκέδων εκ βυσσινάδας επάνω εις τα κλαρωτά καλύμματά των, εκβάλλουσα αναστεναγμόν: «Ω, Λάρρυ, πόσον επεθύμουν την συνάντησιν ταύτην! Υμείς;»

Αντί απαντήσεως, ο Λάρρυ εσυμμάζεψε τους πόδας του κοντύτερα προς τους πόδας της ευρυχώρου πολυθρόνας, εις την οποίαν είχεν επιλέξει να καθήσει, αρκετά μακράν των ανακλίντρων. Εκάθητο τουτέστιν ως σεμνή αρσακειάς.

«Δεν ομιλείτε όμως αγαπητέ. Πάντοτε είστε τόσον ολιγομίλητος;» Αδημονούσα η βαρώνη συνεπλήρωνε τα κενά ομιλίας, μη ανεχομένη την παγεράν σιωπήν. Αλλωστε, σπανίως ομιλούσε εις έτερον ακροατήν πλην του καθρέπτου του λουτρού της.

«Τι να είπω ωραιοτάτη βαρώνη;» απήντησεν ο Λάρρυ, συμπληρώνων «Δια τους υπέρλαμπρους οφθαλμούς υμών, θα σας έχουν πλάσει το εγκώμιον πλειστάκις, οπότε, τι θα ηδυνάμην να προσθέσω;»

«Ω, ελάτε τώρα, αφήστε τας φιλοφρονήσεις, ας ομιλήσωμεν δια τον καιρόν» είπεν ερυθριώσα η βαρώνη, καταβιβάζουσα το άτονον βλέμμα αυτής, το οποίον όχι μόνον είχεν απωλέσει την λάμψιν του αλλά ήτο σχεδόν ανύπαρκτον όπισθεν των, ως πάτοι φιαλών γαλλικής σαμπάνιας, αδιαφανών και παχέων κοίλων φακών των ομματοϋαλίων της.

Μετά το πέρας δύο και ήμισυ ωρών σιγής, διάστημα αρκετόν ίνα γίνει αντιληπτόν άνευ δυσαρέστων εκφράσεων το άκαιρον της συναντήσεως, ο Λάρρυ εσηκώθη, δήθεν δυσφορών ελαφρώς επειδή θα εστερείτο της σπανίας συντρόφου, και ετάνυσεν τους αθλητικούς ραχιαίους μύες του λέγων «Ομορφη η συντροφιά σας ωραία βαρώνη, αλλά με αναμένουν εις τα ανάκτορα.»

Η δικαιολογία ήτο η πρέπουσα, η απολύτως αρμόζουσα εις την περίπτωσιν, διότι, δεν είναι δυνατόν να εναντιωθεί μία βαρώνη εις μίαν προκαθωρισμένην επίσκεψιν εις τα ανάκτορα. Εσηκώθη και η βαρώνη άκρως συγκεκινημένη λέγουσα «Ω, και δεν μου το ελέγατε τόσην ώρα αγαπητέ! Οποία τιμή δια το πρόσωπόν μου να με επισκεφθείτε πρώτην!»

«Ευτυχώς, η ιεραρχία σώζει» εσκέφθη ο ιππότης μοιράζων αφειδώς επαίνους εις την φαιάν του ουσίαν, η οποία κατόπιν βασάνου δύο και ήμισυ ωρών ανεκάλυψεν την ορθήν δίοδον σωτηρίας, και, απευθυνόμενος εις την γηραιάν κυρίαν, είπεν πλήρης ανακουφίσεως «Η τιμή ολόκληρος ιδική μου κυρία μου!»

Αντήλλαξαν ευγενείς ασπασμούς προ της θύρας του ανελκυστήρος, η βαρώνη εισήλθεν εις το διαμέρισμά της, και ο Λάρρυ έφθασεν εις την έξοδον της πολυκατοικίας με την καρδίαν ελαφράν ως κολιμπρί των Ανδεων. Εμπροσθέν του ηνοίγετο ήδη μία νέα πραγματικότης δια της μορφής μιας καλλιπύγου νεάνιδος, ήτις διέβαινεν εκείνην ακριβώς την στιγμήν.

Η επίσκεψις εις την βαρώνην είχεν καταστήσει δυνατήν την ακριβή έλευσιν του λεγομένου «πληρώματος του χρόνου» -του γνωστού timing των άγγλων- και ο Λάρρυ ησθάνθη, παραλλήλως με τον ενθουσιασμόν της υπερόχου ψωλής του η οποία ανηρθώθη ταχύτατα, μεγάλην ευγνωμοσύνην προς την γηραιάν βαρώνην. Ευρίσκετο υπό το κράτος τοσούτου ενθουσιασμού ώστε να σκεφτεί μάλιστα, εις -απευκταίαν βεβαίως- περίπτωσιν νέας επισκέψεώς του εις εκείνην, να δεχθεί ακόμη και το μαρτύριον της πόσεως βυσσινάδας.

Η καλλίπυγος νεάνις εβάδιζεν ταχύτατα και η ανάγκη του ιππότου να συνευρεθεί μετ’ αυτής ήτο τόσον μεγάλη ώστε διηύρυνεν τον βηματισμόν του και ήτο εξαιρετικά φαιδρά η εικών ήν παρουσίαζεν είς «κρεμανταλάς», ούτως ειπείν, να τρέχει κατόπιν ενός νεαρού ακκιζομένου θήλεως. Μετ’ ολίγων ευτυχώς διηυρυμένων βημάτων, ο Λάρρυ έφθασεν εις το σημείον βολής των καθιερωμένων ψιθυριστών μηνυμάτων προς το ούς της νεάνιδος «ωχ, γλύκα μου, πόσο με φτιάχνεις» και τα τοιαύτα. Η νεαρά έστρεψεν αποτόμως και κατέφερεν έν κτύπημα δια της χειρός της εις την ευώνυμον παρειάν του ιππότου.

Η σαρκική αύτη επαφή ήτο αρκετή δια την μετέπειτα εξέλιξιν της τυχαίας συναντήσεως των νέων αυτών εις μίαν συγκινητικήν ερωτικήν ιστορίαν. Η ιστορία των όμως η ερωτική είναι αντικείμενον επομένου συγγραφικού πονήματος.

24 Δεκ 2005

21 Δεκ 2005

Χριστουγεννιάτικες μέρες







Μισομπρουμυτισμένος στο χαλί σκαλίζει το σωρό από χαρτάκια που κείτονται στην άκρη του, κοντά στο πόδι του τραπεζιού, εδώ και κάτι μέρες μαζεύοντας σκόνη. Πιάνει στ’ ακροδάχτυλα του αριστερού του χεριού ένα ένα τα χαρτάκια, τα σηκώνει και τα κοιτάζει προσεχτικά στο φως, αφού τινάξει απαλά τη σκόνη από πάνω τους. Μετά τ’ απιθώνει σε κάποιον απ’ τους μικρότερους σωρούς, που σχηματίζονται σιγά σιγά γύρω-γύρω, ανάλογα με το περιεχόμενό τους. Μερικά, τά βάζει σε μια γαλάζια νάϋλον σακκουλίτσα για να τα πετάξει, μάλλον αύριο, αφού τα επανεξετάσει.

Άλλα απ’ αυτά είναι παλιοί λογαριασμοί -πόσο νερό, πόσο ηλεκτρικό, πόσο τηλέφωνο!- θ’ αγόραζε σπίτι αν έκανε λιγάκι οικονομία τόσα χρόνια! Αποδείξεις κρασοκατανύξεων με φίλους, αποδείξεις ειδών ρουχισμού -από πότε είχε ν’ αγοράσει ρούχα; Ούτε που θυμάται, τα χαρτάκια όμως του το θυμίζουν με τις τυπωμένες ημερομηνίες τους. Χαρτάκια με αριθμούς τηλεφώνων, πρόχειρα σημειωμένοι χωρίς ένα όνομα πάνω -πώς να θυμηθεί σε ποιόν ανήκουν; Κι άλλα χαρτάκια με κάποιο στίχο, που πάλι δε θυμάται αν τον είχε ακούσει ή διαβάσει ή αποτελούσε μια έμπνευση της στιγμής. Επισκεπτήρια αγνώστων αλλά και ξεχασμένων γνωστών, που κάποτε έκανε στενή παρέα μαζί τους. Διαφημιστικές κάρτες υδραυλικών, ηλεκτρολόγων, γιατρών, σκουπιδιάρηδων -«αδειάζονται αποθήκες»- γραφείων μεταφορών. Κι άλλες κάρτες ευχετήριες -«Καλά Χριστούγεννα», «Καλό Πάσχα»- από φίλους, με όμορφες ζωγραφιές ή φωτογραφίες από εξωτικά μέρη. Μερικές είναι χειροποίητες, απόδειξη αληθινής αγάπης κι ενδιαφέροντος για το άτομό του.

Ντανιάζει με τάξη τις κάρτες σε στοίβες, λογαριάζει να κορνιζάρει μερικές απ’ αυτές σε μικρά καδράκια. Τώρα που οι περισσότεροι φίλοι του έχουν πάρει την άγουσα μετά την «αρρώστια» του και φοβούνται μια οποιαδήποτε επανασύνδεση μαζί του, οι κάρτες τους παραμένουν οι αδιάψευστοι μάρτυρες ενός ξένοιαστου και χαρούμενου παρελθόντος.
Ανάμεσα στα πολύχρωμα χαρτάκια ανακαλύπτει που και που και μερικές φωτογραφίες. Να, όπως αυτή με το αυτοκίνητο που είχε φέρει απ’ το Παρίσι και δεν πρόλαβε να το χαρεί γιατί το πούλησε πάνω στη βδομάδα. Δεν είχε σκεφτεί τη συντήρηση, την ασφάλεια και την εφορία, όταν, παραζαλισμένος απ’ την ομορφιά του, τό ’χε αγοράσει πριν τριαντατόσα χρόνια. Τί λεπτός και κομψός που ήταν τότε, πλάϊ στο μοντέλλο με τα έξυπνα φινιρίσματα! Και τώρα διατηρεί τη φόρμα του, τότε όμως δε χρειαζόταν να κάνει κανένα κόπο για να διατηρείται κομψός και περιποιημένος. Αρκούσε ένα καλό κούρεμα κι ένα μπάνιο για να δείχνει σφριγηλός -ήταν πολύ καλοφτιαγμένος ο άτιμος!- χαμογελά κάτω απ’ τ’ ανύπαρκτα μουστάκια του.

Να και η Ζακλίν! Με το στενό λιλά πουλοβεράκι της και το παρδαλό φουλάρι που της στόλιζε τον αδύνατο λαιμό. Ποτέ δεν είχε ντυθεί με γούστο αυτή η κοπέλλα, αυτή ήταν η κύρια αιτία που είχε διακόψει το δεσμό μαζί της. Γαλλίδες και έμφυτη κομψότητα, ένας μύθος ακόμα… Μαγείρευε όμως καταπληκτικά, όταν ήθελε βέβαια, όχι συχνά, αλλά στις συγκεντρώσεις με τους συναδέλφους τον έβγαζε πάντα ασπροπρόσωπο.
Γιατί έφυγε απ’ τη Ζακλίν και απ’ το Παρίσι, δε μπορεί να το εξηγήσει. Ούτε και τότε που, με το καινούργιο του αυτοκίνητο της μιας εβδομάδας, αριβάρησε στην Αθήνα είχε μπορέσει να το εξηγήσει. Κάτι ανεπαίσθητο και αδιόρατο, κάτι σαν άϋλος μαγνήτης, τον είχε τραβήξει προς την πόλη όπου γεννήθηκε, προς τη γειτονιά όπου μεγάλωσε, προς τη μιζέρια, προς την «αρρώστια», προς την τελική του πτώση.

Τώρα είναι μόνος, μπρούμυτα στο κόκκινο μάλλινο παχύ χαλί του, να κοιτάζει με καινούργιο μάτι το παρελθόν και να μετανοιώνει για τη σκόνη που άφησε να το καλύψει. Τώρα δεν του μένει τίποτ’ άλλο απ’ το να ξεχωρίζει τα χαρτάκια με τις αποδείξεις, τους λογαριασμούς, τα επισκεπτήρια, τις κάρτες, τις φωτογραφίες. Τώρα, αυτή τη στιγμή, δεν έχει να σκεφτεί άλλο απ’ το φαγητό, που ετοιμάζει ο ίδιος, και το πλυντήριο που πλένει μόνο του. Τώρα, είναι αυτός κι ο εαυτός του, δύο σε ένα, όπως λέει η διαφήμιση. Τώρα βράδιασε πια, πιάστηκε τόση ώρα μπρούμυτα. Ανακατεύει ξανά όλα τα χαρτάκια σ’ ένα μεγάλο σωρό, σηκώνεται με κόπο και προχωρεί προς την κουζίνα. Αύριο πάλι...

ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Στην Ελένη Θ. Κωνσταντινίδη



Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987

είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987

ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!

σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα...

Α! ναι είναι πάρα πολλά.

Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ο Διονύσιος Σολωμος

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ο Νίκος Εγγονόπουλος

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ο Μπουζιάνης

πόσα ο Σκλάβος

πόσα ο Καρυωτάκης

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα

πέρασε ο Σκαλκώτας

πόσα

πόσα

Δυστυχισμένα Χριστούγεννα Ποιητών.


Μίλτος Σαχτούρης

19 Δεκ 2005

Ο ανθρωπόλυσσας







Το κείμενο μπορείτε να το ακούσετε εδώ: ο ανθρωπόλυσσας

Κάθε μέρα, κατά το μεσημεράκι, περνάει κάποιος που φωνάζει με φωνή στεντόρια και οργίλη: «Ο ανθρωπόλυσσας!» Οταν τον πρωτάκουσα, πίστευα πως άκουγα να φωνάζει «Ο ανθοπώλης σας!» γρήγορα όμως έλαβε η εσωτερική μου ακοή το πραγματικό μήνυμα. Μπορεί άραγε, για αναρωτηθείτε κι εσείς, κάποιος με φωνή οργίλη να διαλαλεί -και τόσο δυνατά μάλιστα- την πώληση ανθέων; Δε γίνεται! Δεν είναι δυνατόν! Οπότε, η πρώτη μου σκέψη, αυτό που άκουσα την πρώτη φορά δηλαδή, ήταν εντελώς λάθος. Βγήκα κιόλας στο μπαλκόνι για να βεβαιωθώ. Κάποιος με μορφή ανθρώπου, μελαχροινός ως εκεί που δεν παίρνει, περιδιάβαινε τα στενά μέχρι να φτάσει στη μικρή μου πλατεία φωνάζοντας -σκούζοντας καλύτερα ή ουρλιάζοντας δυνατά- τη γνωστή κραυγή του «Ο ανθρωπόλυσσας!»

Η φωνή του ακούγεται τουλάχιστον δέκα λεπτά πριν εμφανιστεί η ταλαιπωρημένη του μορφή. Γιατί ταλαιπωρημένη; Μάλλον επειδή δε βρίσκει θύματα με τη συχνότητα που θα ήθελε ίσως. Κουβαλάει, σίγουρα ως προπέτασμα καπνού, ως καμουφλάζ ή παραλλαγή -επί το ελληνικώτερο- ένα σωρό γλάστρες και γλαστράκια με διάφορα φυτά, καθώς και χώμα και σακκουλάκια με λίπασμα. Διστάζω ακόμα και να φανταστώ τι παθαίνουν όσοι ψωνίζουν απο τα προϊόντα του. Μάλλον θα τους δαγκώνει ή θα τους καταπίνει αμάσητους, έτσι λυσσασμένος που δείχνει από τη φωνή του. Κι αν καταπίνει τα θύματά του, έχει καλώς. Αν όμως τα δαγκώνει, εκείνα σίγουρα θα λυσσάνε και η λύσσα θα μεταδίδεται σα χείμαρρος που δεν έχει σταματημό. Τρέμω στην ιδέα πως θα πλημμυρήσουμε -αν δεν έχει ήδη γίνει αυτό- απο πεινασμένους ανθρωπόλυσσες!

Πάντως, αυτός ειδικά, έχει την ευγένεια να προειδοποιεί κραυγάζοντας τη φοβερή του ιδιότητα, την ασθένειά του. Ή μήπως δεν πρόκειται περί ασθενείας; Μήπως είναι κάτι τι κληρονομικό ή μήπως πρόκειται για ιδιότητα εξωγήϊνων όντων ή οντοτήτων απο το υπερπέραν; Ιδού μερικά ερωτήματα, που θα μείνουν χωρίς απάντηση μια και δε λογαριάζω να δοκιμάσω να τον συναπαντήσω. Με φτάνει να τον ακούω τρέμοντας, να περνά διαλαλώντας την ανθρωπόλυσσά του. Μα καλά, σκέφτομαι ώρες ώρες, κανείς άλλος δεν πονηρεύεται τι μπορεί να συμβαίνει αληθινά; Είναι δυνατό να μένουμε έτσι απροστάτευτοι μπροστά σε μια τέτοια απειλή; Ερμαια του κάθε ανθρωπόλυσσα, που μασκαρεύεται σε ανθοπώλη;

Χθες το μεσημέρι τον ξαναείδα. Ναι, δεν το κρύβω, είχα την περιέργεια να τον ξανακρυφοκοιτάξω να περνά και βγήκα στο μπαλκόνι. Το βλέμμα μου έπεσε στις γλάστρες με τα φυτά, που φροντίζω με προσοχή. Εχει γούστο! Μπας και έχω γίνει ένας απο αυτούς; Χωρίς να το καταλάβω; Είναι δυνατό να έχω αρπάξει μια γερή δόση ανθωπόλυσσας; Να έχω ανθρωπολυσσάξει; Υπάρχουν, πράγματι, μερικές φορές που δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου! Τα βάζω με όλους και με όλα, και χωρίς ντροπή μάλιστα, χωρίς να φοβάμαι καθόλου. Ευτυχώς, αυτό το σύμπτωμα ελέγχεται ακόμη επαρκώς. Αλλά πάλι... Γιατί να θέλω να κρυφοκοιτάζω; Μήπως για να βλέπω τα λουλούδια; Μήπως, αναρωτιέμαι τρέμοντας, η αγάπη για τα φυτά είναι μια ένδειξη της επάρατης αυτής νόσου; Ε, λοιπόν, ναι! Το αποφάσισα. Θα ελέγχω καθημερινά τη χροιά της φωνής μου και... Δε θα ξαναβγώ στο μπαλκόνι!

16 Δεκ 2005

Σ' αρέσω - μ' αρέσεις

Γυναίκα: Σ’ αρέσω; Αντρας: Δεν μ’ αρέσεις, αλλά σε προτιμώ όπως είσαι. Γυναίκα: Γιατί με προτιμάς αφού δε σ’ αρέσω; Αντρας: Γιατί αν μου άρεσες, δε θα σε προτιμούσα. Γυναίκα: Εγώ δεν σε προτιμώ καθόλου, αλλά μ’ αρέσεις. Αντρας: Και γιατί δεν με προτιμάς αφού σ’ αρέσω; Γυναίκα: Γιατί θα σε προτιμούσα αν δεν μου άρεσες. Αντρας: Δεν θα σου άρεσε να με προτιμούσες; Γυναίκα: Γιατί να σε προτιμώ και ’γω, αφού με προτιμάς εσύ;. Αντρας: Ετσι... αφού σ’ αρέσω... Γυναίκα: Δεν μου αρέσει και τόσο να μου αρέσεις. Είναι υποτιμητικό να μου αρέσεις αφού δεν σ’ αρέσω. Αντρας: Κι αν μου άρεσες; Γυναίκα: Ε, τότε θα σε προτιμούσα! Aντρας: Τότε, μ’ αρέσεις! Γυναίκα: Σ’ αρέσω λοιπόν, ε; Αντρας: Ναι, μ’ αρέσεις, αλλά δεν σε προτιμώ πια. Γεια σου! Γυναίκα: Γεια σου! Καρφί δε μου καίγεται! Τον προτιμώ βέβαια τώρα, αλλά δε μ’ αρέσει πια... Τέλος -------------------------------------------------------- Το Ταχύδραμα αυτό μεταδόθηκε το 1980-81 απο το ραδιοφωνικό σταθμό του Γ’ Προγράμματος (εκπομπή ΤΑΧΥΔΡΑΜΑΤΑ ΑΚΡΟΑΤΩΝ) σε ραδιοσκηνοθεσία της Ρεγγίνας Καπετανάκη. Αλήθεια, γνωρίζει κάποιος κάτι για τη Ρεγγίνα; Τι έγινε; Πώς έχει χαθεί;

11 Δεκ 2005

Ζαχαρίας ο τίγρης


Ο Ζαχαρίας είναι ένας γάτος. Ενας σκέτος γάτος είναι, αλλά ο αφεντικός του τον βλέπει τίγρη. Για τον αφεντικό του, ο Ζαχαρίας είναι ένας τίγρης. Τεντώνεται και κουλουριάζεται ο Ζαχαρίας γάτος, ο αφεντικός του όμως βλέπει να τεντώνεται και να κουλουριάζεται ένας Ζαχαρίας τίγρης.

Οταν πηδά στην αγκαλιά του αφεντικού του για να χαϊδευτεί, εκείνος νιώθει να μεγαλώνει, να γίνεται τεράστιος και πολύ σπουδαίος που μπορεί να έχει στην αγκαλιά του και να χαϊδεύει ένα τίγρη. Οταν ο Ζαχαρίας γάτος νιαουρίζει, ο αφεντικός του ακούει ένα τίγρη να βρυχάται σα λιοντάρι και, καμιά φορά, νομίζει ότι ο Ζαχαρίας είναι λιοντάρι ή ένας τίγρης μεταμορφωμένος σε λιοντάρι. Τότε, νιώθει ακόμα πιο μεγάλος και σπουδαίος ο αφεντικός του Ζαχαρία, που έχει την τιμή να φιλοξενεί και να υπηρετεί το βασιλιά των ζώων.

Κάθε πρωί, ο αφεντικός του Ζαχαρία μικραίνει και πάει στη δουλειά του. Εκεί, όλοι τον έχουνε του κλώτσου και του μπάτσου, αλλά αυτό δεν τον στενοχωρεί καθόλου, επειδή εκείνος ξέρει. Γνωρίζει καλά πόσο μεγάλος και σπουδαίος είναι αφού μπορεί, κάθε που γυρνάει σπίτι του, ν' αγκαλιάζει και να υπηρετεί ένα φοβερό τίγρη, που, ώρες ώρες, προσποιείται το λιοντάρι ή που μπορεί κιόλας να είναι ένα λιοντάρι μεταμορφωμένο σε φοβερό τίγρη.

Ο Ζαχαρίας γνωρίζει καλά πως είναι ένας γάτος, επειδή είναι ερωτευμένος με τη ναζιάρα τη Τζίνα, τη γατούλα της κυρίας Πολυξένης του πλαϊνού διαμερίσματος. Η Τζίνα του σπάει τα νεύρα με το διαπεραστικό της νιαούρισμα, αλλά και με τα κορδελάκια που του κάνει -τη μια κουνά την ουρά της και την άλλη ανατσουτσουριάζει τις τρίχες της έτοιμη να του ορμήξει και κάνει τ' αρχίδια του να φουσκώνουν.
Είναι κι αυτή η κυρία Πολυξένη που δεν αφήνει τη γατούλα της να ξεμυτίσει από το σπίτι και μονάχα στο μπαλκόνι της επιτρέπει να βγαίνει. Εκεί κάθεται ο Ζαχαρίας και τη ζαχαρώνει με τις ώρες, περιμένοντας να 'ρθεί Γενάρης να βρει τη δύναμη να πηδήξει δρασκελώντας το κενό, για να βρεθεί στο μπαλκόνι της και να τη περιποιηθεί καταλλήλως τη μαλαγάνα τη Τζίνα, που φαίνεται να ξέρει καλά τι την περιμένει.

Ούτε που περνά από το μυαλό του αφεντικού του ότι ο φοβερός του τίγρης Ζαχαρίας μπορεί να γουστάρει μια σκέτη γάτα, κι όταν τον βλέπει στο μπαλκόνι να στυλώνει το βλέμμα στο ασπροφουφουλιασμένο γατί της κυρίας Πολυξένης, δε διστάζει να τον ανακαλέσει στην τάξη:

- Αυτό το γατί δεν είναι για σένα, Ζαχαρία μου, εσύ χρειάζεσαι μια αληθινή τίγρη ή μια λιονταρίνα, του λέει στοργικά και τον μπάζει μέσα.

Εκείνος γουργουρίζει παραπονεμένα και σκίζει μερικές εφημερίδες να ξεσπάσει τα νεύρα του.



(έν μακροσκελέστατον πόνημα αποδεικνύον την σημασίαν των εικόνων, το οποίον πιθανότατα θα συνεχισθεί)

ΣΗΜ. Οι φωτο του Ζαχαρία τραβήχτηκαν προχείρως στο σχεδιαστικό του Word και θα αντικατασταθούν συντόμως με πλέον φωτογενείς.

8 Δεκ 2005

το φιλί



Το βράδυ θα φορέσω
τα πέδιλα με τα καρούλια

πλάϊ σου θα κυλήσω
κι όπως αναπηδά η λάβα
θα έρθει το φιλί.

7 Δεκ 2005

Η ΣΚΟΝΙΤΣΑ


Σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο ζούσε η μικρή Σκονίτσα με τη μαμά της, το μπαμπά της, τον παππού, τη γιαγιά, τους θείους και τις θείες και πολλά πολλά ξαδελφάκια. Ζούσαν όλοι μαζί ξαπλωμένοι πάνω σε χαρτοκούτια, σε παλιά βιβλία, σε μπόγους απο ρούχα παλιά και σε ξεχαρβαλωμένα έπιπλα.

Πολύ ψηλά, πάνω στον ήλιο, ζούσε μια μικρούλα παραπονεμένη ηλιαχτίδα. Ενοιωθε τόσο μόνη, που όλη μέρα παρακαλούσε τον πατέρα της τον ήλιο να της βρεί συντροφιά. Ο ήλιος της έλεγε πως όταν έρθει η ώρα και μεγαλώσει θα τη στείλει στη γη, όπου σίγουρα θα την περίμεναν του κόσμου οι εκπλήξεις!

Οταν ήρθε εκείνη η ώρα -ντάλα μεσημέρι καλοκαιριού ήταν- έστειλε ο ήλιος την κορούλα του στη γη, σε μια χαραμάδα μιας πόρτας, να βρει την τύχη της. Δυσκολεύτηκε λιγάκι η λαμπερή μικρούλα ηλιαχτίδα, αλλά τελικά πέρασε απ’ τη χαραμάδα και βρέθηκε μέσα σ’ ένα θεοσκότεινο χώρο γεμάτο παλιοπράγματα. Αχ, σκέφτηκε, τι θα κάνω εδώ μέσα; Τι καλά που ήμουνα με τον πατέρα μου τον κυρ-Ηλιο και τις αδελφούλες μου τις λαμπρές ηλιαχτίδες…

Η Σκονίτσα δε θά ’ξερε κάν πως υπάρχει, αν δεν έμπαινε μια μέρα μέσα στο σκοτεινό υπόγειο η μικρούλα λαμπερή ηλιαχτίδα μέσ’ απ’ τη χαραμάδα της πόρτας. Χάρη σ’ αυτή τη μικρή χαραμάδα έφεξε ο χώρος, με τη λεπτή λουρίδα απο φως που μπήκε ορμητικά, δίνοντας ζωή σ’ αυτήν και στην οικογένειά της.

Μόλις μπήκε η ηλιαχτίδα όλες οι σκόνες -κι η μικρή Σκονίτσα μαζί τους βέβαια- σηκώθηκαν κι άρχισαν ένα τρελλό χορό πάνω της! Χάρηκε τόσο πολύ η ηλιαχτίδα που δεν ήταν πια μόνη της! Αρχισε να παίζει κι αυτή με τη Σκονίτσα και την παρέα της κι έμοιαζαν -ηλιαχτίδα και σκόνες- σαν ένα βαγόνι τρένου γεμάτο χαρούμενους επιβάτες.

Πήδαγε η μικρούλα λαμπερή ηλιαχτίδα απο τοίχο σε τοίχο, κι απ’ το πάτωμα αντανακλούσε στο ταβάνι, γεμάτη χαρά που είχε δώσει ζωή στους φίλους της! Περνούσε μέσ’ απο κουρελιασμένες κουρτίνες, άγγιζε τα σκωροφαγωμένα έπιπλα, χάϊδευε τα κατασκονισμένα βιβλία…

Η Σκονίτσα κι όλες μαζί οι σκονίτσες του υπογείου χόρευαν μαζί της ένα τρελλό χορό που τελειωμό δεν είχε! Κόντευε να βραδυάσει όμως κι η λαμπερή ηλιαχτίδα έπρεπε να γυρίσει στο σπιτάκι της, κοντά στον πατέρα της, τον Ηλιο. Ολο και μίκραινε λοιπόν σιγά σιγά πλησιάζοντας προς τη χαραμάδα απ’ όπου είχε μπει. Η Σκονίτσα κατάλαβε πως πάλι θά ’μενε μοναχούλα της στο σκοτάδι, πως ο χορός θά ’πρεπε να πάρει τέλος…

-Μη φεύγεις καλή μου φίλη! Φώναξε στην ηλιαχτίδα.

-Θα ξανάρθω αύριο πάλι να παίξουμε, αν δεν έχει συννεφιά! Απάντησε η ηλιαχτίδα.

Πέρασε πολύς καιρός και η όμορφη φιλία της Σκονίτσας με την ηλιαχτίδα άνθιζε κάθε μέρα και περισσότερο. Πέρασε όμως το καλοκαίρι κι ήρθε ο χειμώνας με πολλή συννεφιά και κρύο. Οι μέρες μίκρυναν και σκοτείνιαζαν νωρίς, ακόμα κι όταν δεν ήταν συννεφιασμένες. Ολο και λιγώτερο έβλεπαν οι δυο φιλενάδες η μια την άλλη, ώσπου μια μέρα η ηλιαχτίδα δεν κατέβηκε καθόλου στη γη. Ο κυρ-Ηλιος δεν άφησε τη μικρή κορούλα του να διακινδυνέψει μια βόλτα στη χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα.

Η Σκονίτσα ήταν απαρηγόρητη. Ξάπλωσε ξανά σ’ ένα παλιό μπαούλο κι άρχισε να κλαίει. Την πλησίασε τότε η γιαγιά της, μια γέρικη και παχιά σκόνη, και της είπε λόγια, που την έκαναν να χαμογελάει όταν θυμόταν τις όμορφες μέρες που είχε ζήσει χορεύοντας πάνω στη μικρή ηλιαχτίδα παρέα με τους συγγενείς της. Θυμόταν, ναι, θυμόταν… Και ήταν πολύ ευτυχισμένη επειδή τώρα γνώριζε πως δεν ήταν μια τυχαία σκονίτσα, ήξερε τι ήταν, ήξερε ποιά ήταν, χάρη στη φίλη της τη λαμπερή μικρούλα ηλιαχτίδα!

Μια ανοιξιάτικη μέρα, όταν η ηλιαχτίδα ετοιμαζόταν να ξανακατέβει στη γη, μερικοί εργάτες άνοιξαν την πόρτα του υπογείου. Καθάρισαν καλά το χώρο, έρριξαν μπόλικο νερό κι έδιωξαν όλες τις σκόνες. Η Σκονίτσα παρασύρθηκε μαζί με άλλες σκόνες διαφόρων ηλικιών και μεγεθών προς ένα μικρό ρυάκι.

Κολυμπούσε θέλοντας και μη, προσπαθώντας να κρατηθεί απο κάπου να μη χαθεί. Εχασε τους γονείς, τ’ αδερφάκια και τα ξαδερφάκια της, τη γιαγιά και τον παπού, όλους μα όλους τους συγγενείς της. Εκεί που πίστευε πως μάταια πάλευε να σταθεί στην επιφάνεια του ρυακιού, ένα κλαράκι βρέθηκε μπροστά της λέγοντας:

-Ελα, σκαρφάλωσε πάνω μου μικρή Σκονίτσα!

-Αχ! Νά ’σαι καλά μικρό μου κλαράκι! Ευχαριστώ που με δέχεσαι να σταθώ πάνω σου.

Και μ’ ένα πήδο βρέθηκε πάνω στο κλαράκι να ταξιδεύει προς το άγνωστο. Ταξίδευαν μέρες πολλές το κλαράκι με τη Σκονίτσα, ώσπου ήρθε το καλοκαίρι και το ρυάκι στέρεψε. Ξεράθηκε εντελώς. Εκεί τη βρήκε η μικρούλα ηλιαχτίδα τη φιλενάδα της και ξανάρχισαν τα παιχνίδια κάτω απ’ τα φυλλώματα των δέντρων.

Αρχισαν να διηγούνται πως πέρασαν το χειμώνα, να λένε τις περιπέτειες και τα βάσανά τους. Το κλαράκι έγινε, μαζί με τη Σκονίτσα, ο καλύτερος φίλος της μικρούλας ηλιαχτίδας. Απλωσε το κορμάκι του μέχρι που η μικρούλα ηλιαχτίδα το ζέστανε και το στέγνωσε εντελώς. Πέρασαν οι τρεις τους όμορφες μέρες καλοκαιρινές, γεμάτες χαρά και διασκέδαση.

Ο χειμώνας δεν άργησε να ξανάρθει φέρνοντας κρύο και βροχές, σύννεφα και σκοτεινιά. Η μικρούλα ηλιαχτίδα γύρισε στο ουράνιο σπιτάκι της κι η Σκονίτσα έμεινε στη γη να περιμένει τι θα της συμβεί κοντά στο κλαράκι, το φίλο της. Δεν περίμενε και πολύ γιατί μια μέρα ήρθε ένα παιδάκι και μάζεψε το κλαράκι για προσάναμμα στο τζάκι. Ετρεξε χαρούμενο στη μαμά του λέγοντας:

-Κύττα μαμά τι όμορφο κλαράκι! Είναι κατάξερο, ότι πρέπει για προσάναμμα!

Το βράδυ της ίδιας μέρας άναψε το τζάκι του φτωχικού με τη βοήθεια του μικρού κλαριού. Η Σκονίτσα τότε ανέβηκε απ’ την καμινάδα μαζί με το κλαράκι που έγινε καπνός, πολύ χαρούμενη που θα συναντούσε την καλή της φίλη τη μικρούλα ηλιαχτίδα εκεί ψηλά στον ουρανό...

____________________________
-->> μπορείτε να ακούσετε και να κατεβάσετε το παραμυθάκι εδώ (ακούγεται δεύτερο)

4 Δεκ 2005

telestory



1. Ντρινννννν (Τάσος-Καιτούλα)

- Ελα, μανίτσα μου μ' ακούς;
- Ναι καρδιά μου...
- Είναι άρρωστη η μανούλα μου και είμαι στο χωριό..
- Α, καλά έκανες Τάσο μου, να την προσέχεις τη μανούλα σου
- Δε θα είμαι το βράδυ να πάμε στο κλαμπ...
- Τι λες ψυχούλα μου! το κλαμπ θα κοιτάξουμε τώρα;
- Δεν ευκαίρησα να σε πάρω πιο νωρίς...
- Μα τι μου λες τώρα; Νά 'ρθω να δώσω ένα χεράκι;
- Οχι μανίτσα μου, έχω τη θειά μου εδώ..
- Καλά θησαυρέ μου, ό,τι πεις. Αύριο, ε;
- Ναι, αύριο.. σε φιλώ γλυκά μανίτσα μου. Σμουτς!
- Σμουτς, σμουτς, σμουτς!


2. Ντρινννννν (Καιτούλα-Αντρέας)

- Ελα, εσύ σαι Αντρέα;
- Ναι ψιψινούλα μου, ποιος ήθελες νά 'ναι;
- Νά 'σαι καλά, βρε Αντρέα μου, που σε πετυχαίνω...
- Γιατί; Τι τρέχει; Τι έπαθε η γατούλα μου;
- Τίποτα σπουδαίο... απλά βαρυέμαι...
- Νά 'ρθω απο κει να σε κάνω να ξεβαρεθείς;
- Εμ... και να μη βγούμε πρώτα λίγο έξω; Εσκασα στους τέσσερις τοίχους!
- Ο,τι θέλει το γατουλίνι μου! Πού να πάμε; μπουζούκια;
- Ε... να μη σε βάλω και στα έξοδα.. κανα σινεμαδάκι θερινό...
- Σωστά. Μη πιω και πολύ και δεν... χαχαχα
- Χαχαχαχα...
- Ξέρεις κανα καλό; Εχει στη γειτονιά σου;
- Εχει, αλλά δεν παίζει και τίποτα σπουδαίο.. ένα κουλτουριάρικο...
- Τίτλος;
- Ενα παλιό ιταλικό είναι... Κοντά σου δεν έχει τίποτα;
- Πώς! Εχει ένα αστυνομικό.
- Πφφ... αστυνομικό... Κάτι άλλο;
- Αστο το σινεμά καλύτερα, ε; Πάμε πιτσαρία;
- Αμε! Εχουμε τη δικιά μας, κοντά στη φωλίτσα μας.. στο πάρκο...
- Εμ, το λέω ότι είσαι μοναδική ψιψινούλα μου! Σε πόσην ώρα;
- Σε είκοσι λεπτά.
- Προλαβαίνεις; Μη με στήσεις σαν την περασμένη φορά!
- Οχι, όχι, πύραυλος θα γίνω!
- Χαχαχαχα, όχι και πύραυλος εσύ! Εγώ να πούμε...
- Ναι, εσύ πύραυλος κι εγώ ρουκέτα!
- Πώς τα λες ώρες ώρες.. γι αυτό σε γουστάρω γατουλίνα μου!
- Αντε, μη χασομεράμε στο τηλέφωνο... ντύσου κι έλα!
- Ερχομαι, έρχομαι... μπάϊ.
- Μπάϊ μπάϊ.


3. Ντρινννννν (Νινάκι-Τάσος)

- Ναι; Ποιος είναι;
- Ο Τασούλης σου μανάρα μου, εγώ είμαι!
- Αααα... γεια σου Τάσο, τι κάνεις;
- Καλά... Σε πεθύμησα ρε Νινάκι, κι είπα να σε πάρω να πούμε δυο κουβεντούλες...
- Και βρήκες την ώρα, ε;
- Ε, ναι... Εσύ δε με πεθύμησες καθόλου;
- Πως πως.. και βέβαια σε πεθύμησα, αλλά...
- Αλλά; Αλλά τι;
- Μου τηλεφώνησε ο Μιχάλης πως θα περάσει και όπου νά 'ναι φτάνει...
- Α. Ο Μιχάλης. Τον γουστάρεις πιο πολύ το Μιχάλη απο μένα, ε;
- Οχι, όχι πιο πολύ... αλλά να... ήμουνα μόνη μου και με πήρε τηλέφωνο και...
- Και; Ασ' τα σάπια μανάρα μου! Εμένα με ξέχασες κιόλας!
- Οχι, δεν είναι αυτό... αλλά...
- Αλλά;
- ...εσύ και η Καιτούλα...
- Δε μας χέζεις με την Καιτούλα βραδυάτικα;
- Γιατί; Τι έγινε; Μαλλώσατε;
- Περίπου... Θα στα πω άλλη ώρα...
- Πες μου Τάσο μου...
- Οχι τώρα, δεν προλαβαίνουμε. Πάρε το Μιχάλη και πες του να μην έρθει.
- Μα.. θα είναι στο δρόμο ο άνθρωπος...
- Τώρα, αποφάσισε: Εμένα θες ή το Μιχάλη; Τώρα, μανάρα μου, τώρα!
- Εσένα... θέλει και ρώτημα Τάσο μου;
- Ασε τα "μου" και τα "μα" και κανόνισε. Σε μισή ώρα θά 'μαι εκεί. Ερχομαι!
- Καλά, Τασούλη μου, καλά...
- Κλατς! (κλείνει το ακουστικό)


4. Ντρινννννν (Μιχάλης-Νινάκι)

- Εμπρός.
- Ελα, Μιχάλη εσύ;
- Εμ, ποιος άλλος;
- Μιχάλη μου, καλά και σε πρόλαβα.. να μην έρθεις απόψε...
- Γιατί; Τι τρέχει;
- Ο γαμπρός μου έχει πονόδοντο και χρειάζεται άμεση φροντίδα...
- Γαμώ το γαμπρό σου και τη φροντίδα του! Δεν πάει στα επείγοντα;
- Ξέρεις τώρα... λείπει κι η αδερφή μου...
- Και; Βρε μπας και τρέχει τίποτα με το γαμπρό σου;
- Οχι όχι.. Τι βάζεις με το νου σου Μιχάλη μου; Εγώ με το γαμπρό μου;
- Γιατί; Τι το παράξενο βρίσκεις; Ωραίο παιδί είναι...
- Ελα τώρα, με πειράζεις...
- Τι να σου πω κορίτσι μου, τελευταία στιγμή και μ' αφήνεις ρέστο για το δόντι του γαμπρού σου...
- Μου θύμωσες; Να τα πούμε αύριο;
- Αύριο έχω εφημερία.
- Μεθαύριο τότε.
- Μεθαύριο... Να πούμε Δευτέρα καλύτερα που έχω και ρεπό;
- Εντάξει. Δευτέρα.
- Αλλά...
- Ναι...
- Κοίτα να του το φτιάξεις καλά το δόντι να μην υποτροπιάσει!
- Χαχαχαχαχα... μείνει ήσυχος αγαπούλα μου... σμουτς!
- Ναι.. φίλα με τώρα.. παλιοκόριτσο!
- Κλατς! (κλείνει το ακουστικό)


5. Ντρινννννν (Καιτούλα-Μιχάλης)

- Παρακαλώ...
- Ελα, Καιτούλα;
- Ναι... ποιος είναι;
- Ο Μιχαλάκης σου μωρό μου...
- Αχ, Μιχάλη μου! Χαθήκαμε!
- Ναι, κουκλίτσα μου, χαθήκαμε... αλλά δε φταίω...
- Σάμπως φταίω εγώ;
- Παλιοζωή μανουλάκι μου, εφημερίες και τα τοιαύτα.
- Τουλάχιστον σας πληρώνουν καλά;
- Αυτό άστο, μη το συζητάς. Σκατά.
- Μιχάλη...
- Ναι...
- Πρέπει να φύγω.. με περιμένει ο Αντρέας στην πιτσαρία του πάρκου...
- Δεν τον χέζεις τον Αντρέα μωράκι μου;
- Μα...
- Πρώτη φορά είναι που θα τον στήσεις;
- Μα... εγώ τον...
- Δεν έχει "μα" και "ξεμά" όταν σου μιλάω εγώ.
- ..εγώ τον κάλεσα γιατί...
- Εσύ; Πώς κι έτσι;
- Να, έφυγε επειγόντως ο Τάσος για το χωριό.. αρρώστησε η μάνα του... και...
- ..και δε μπορούσες να μείνεις μόνη.. ε;
- Ετσι ακριβώς Μιχάλη μου, έτσι!
- Και θα είσαι μόνη σήμερα ολόκληρο το βράδυ;
- Ως αύριο το μεσημέρι Μιχάλη μου...
- Αλατις! Ε, θα το κάψουμε τότε!
- ....???
- Θα σε πάω στα μπουζούκια! Γουστάρεις;
- Να μη γουστάρω; Μαζί σου και στην κόλαση Μιχάλη μου.
- Αντε, ντύσου σένια και σε μισή ωρίτσα περνάω και σε παίρνω, έτσι;
- Ναι, σε μισή ωρίτσα. Ντύνομαι.
- Μάκια γλυκειά μου!
- Μάκια!


6. Ντρινννννν (Καιτούλα-Αντρέας)

- Ναι...
- Αντρέα..;
- Ναι ψιψινέλα μου! Ετοιμη; Φεύγω. Στο τσακ με πρόλαβες!
- Αντρέα μου, δε θα έρθω... και μη με μαλλώσεις...
- Γιατί;
- Γιατί νοιώθω λίγο κουρασμένη... είχαμε πολλή δουλειά στο γραφείο και...
- ..και τώρα το θυμήθηκες;
- Ασε.. μού 'ρχεται λιποθυμιά.. θα πέσω για ύπνο...
- Απο τώρα;
- Ναι, Αντρέα μου.. είμαι πτώμα...
- Καλά, ευτυχώς που μου τηλεφώνησες τουλάχιστον και δε με ξανάστησες σαν την άλλη φορά..
- Μου θύμωσες; Δε μου θύμωσες, ε;
- Οχι, πώς να σου θυμώσω για;
- Θα βρω καμμιά ευκαιρία να σε πάρω την άλλη βδομάδα, ναι;
- Ναι, γατουλίνα.. όλα εντάξει.. κλείσε τώρα να βρω καμμιά άλλη παρέα να βγω τώρα που με ξεσήκωσες.
- Ναι Αντρέα μου, να βγεις... Καλή διασκέδαση!
- Ευχαριστώ Καιτούλα και όνειρα γλυκά! Σματς το μωρό μου!
- Σματς! Γλυκούλι μου.. σματς!

ΤΕΛΟΣ

(αν και το τέλος της ιστορίας βρίσκεται στα μπουζούκια, όπου συναντήθηκαν όλοι μαζί!!!)

2 Δεκ 2005

Le tiroir

Oui, je voudrais voir
ton vide tiroir

Oui, je voudrais bien
trouver qu' il n' y a rien!

30 Νοε 2005

Αποτριχωθείτε γιατί χανόμαστε!



Η

Τ
Ρ
Ι
Χ
Α





Η τρίχα είναι μυστήριο τρένο. Φυτρώνει σα ραδίκι παντού, αν και σήμερα τα ραδίκια σπανίζουν. Το πιο μυστήριο όμως είναι η μανία μας να την κυνηγάμε. Μη δούμε μια τρίχα να ξεπροβάλλει και -όπα!- τη μαγκώνουμε αμέσως. Και καλά να τη βρούμε, ας πούμε, στο φαΐ, δικαιολογημένοι είμαστε, αλλά η μανία της αποτρίχωσης αγγίζει τα όρια της παράνοιας. Κυνηγάμε την τρίχα και, όπου την πετύχουμε, κάνουμε επίθεση με όλα τα μέσα: τσιμπιδάκια, πένσες, δάχτυλα, στην ανάγκη πάμε και στο αισθητικομάγαζο να μας απαλλάξουν από το βάρος της. Κάτι μικρογραμμάρια ασήκωτα. Μια μέρα κάθισα και μέτρησα 227 διαφημίσεις τέτοιων μαγαζιών με τα παραρτήματά τους, κάνοντας ζάπινγκ φυσικά.


Τ ο φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Ξεκίνησε πιθανότατα την εποχή που ανακαλύψαμε τη χάρη του απαλού δέρματος, περίπου τότε που εφευρέθηκαν τα λίθινα εργαλεία. Με ακονισμένες πέτρες, ίσως οψιδιανούς, κούρευαν τα μαλλιά τους οι παλιοί άνθρωποι. Στα πόστερ των αιγυπτίων βλέπουμε κατακάθαρες επιδερμίδες, στις μινωικές τοιχογραφίες επίσης.


Ρ ίχνουμε ματιές στα κλασσικά και τα ελληνιστικά αγγεία, τρίχα ούτε για δείγμα. Παπαπα, αντιαισθητικό πράγμα! Ολοι καλοξυρισμένοι και χαλαουωμένοι. Αντρες και γυναίκες, αθλητές και αραχτοί. Στους πίνακες των αναγεννησιακών και στα χαμάμ των εμπρεξπρεσιονιστών, τίποτα επίσης. Οι τρίχες άφαντες. Κάτι γένια προβάλλουν δειλά σε μερικά έργα, αλλά εκείνα ήταν μούσι για την εποχή τους. Πολύ αργότερα, μετά θάνατο, αναγνωρίστηκαν οι δημιουργοί τους, π.χ. Βαν Γκογκ.


Ι σως να υπήρχε από τότε διαμάχη μεταξύ Επιστήμης και Τέχνης. Η μεν Επιστήμη ορίζει ότι η τρίχα προσφέρει μέγα έργο, βοηθώντας την επιδερμίδα να αντισταθεί στη χαλάρωση, η δε Τέχνη ορίζει όπως γουστάρει. Αυτή η εμμονή της Τέχνης στην τελειότητα μπορεί βέβαια -διόλου απίθανο- απλώς να απαλείφει τις τρίχες και όχι να παριστάνει με ακρίβεια το ζωγραφισμένο είδωλο. Τα υπέροχα ουρί στα χαμάμ του Ingres μπορεί να είχαν τριχωτές κοιλιές ή να μυστακοφορούσαν, κάθε ζωγράφος όμως δικαιούται να επιλέξει την τελειότητα, έτσι δεν είναι;

Χ αίρομαι ιδιαιτέρως που διάλεξα σήμερα να μελετήσω αυτό το θέμα, επειδή είναι μέρα σημαντική για μένα. Ζωγράφισα ένα ξυρισμένο δέρμα και κανείς δεν το κατάλαβε. Μια φίλη και προαγωγός των έργων μου διαφώνησε οξύτατα με τον τίτλο που έδωσα.

- Τι λες παιδάκι μου! Κανείς δε θα αγοράσει ένα ξυρισμένο δέρμα. Θα το πούμε «Λόφοι» και πάει και τελείωσε!

Ούτε συζήτηση να αντιταχτώ, άμα η έκθεση αποτύχει δεν έχω όρεξη να ακούω τη γκρίνια της. Λόφοι λοιπόν. Τι λόφοι, τι λοφίο, είπα μέσα μου για να παρηγορηθώ. Ξυρισμένο λοφίο ίσως, αλλά και ξυρισμένοι λόφοι… Φυσικά, δε τόλμησα να αντιπροτείνω κάτι τι και έγραψα στον κατάλογο ένα ολοκάθαρο «Λόφοι».



Α κριβώς τη στιγμή που τελείωνα τη συγγραφή του καταλόγου με τις τιμές, για τις οποίες ουδεμία ευθύνη φέρω, σκέφτηκα τι τρίχες γράφουμε κάθε μέρα και πόσες τρίχες λέμε. Πόσα μούσια αραδιάζουμε, πόσο καραφλιάζουμε, πόσο ξυρίζουμε το γαμπρό -πάντα στο τέλος. Είχα πετύχει σε ένα blog μια μέρα κάποιον που αναρωτιόταν γιατί έχουν πληθύνει οι άντρες με την αλογοουρά στην Αθήνα (ή την Ελλάδα, δε θυμάμαι) και η απάντηση μάλλον είναι ότι ίσως να υπάρχει έλλειψη τριχών στον εγκέφαλο και κάπως εξισορροπείται η κατάσταση με την εξωτερική τριχοφυΐα. Ισως να συμβαίνει και το αντίθετο, να υπάρχει δηλαδή υπερβολική τριχοφυΐα και να ξεχειλίζουν οι τρίχες. Δεν είμαι άντρας και δεν ξέρω, αυτό που ξέρω καλά είναι πόσο μετάνιωσα που κάποτε ξεκίνησα να βγάζω τα φρύδια μου. Σήμερα βλέπω το αποτέλεσμα των βλεφάρων που αρχίζουν να παίρνουν την κατιούσα, αλλά δε γίνεται να γυρίσω πίσω. Και μας το ’λεγε στο σχολείο ο κ. Παπαγεωργίου ο φυσικός...

29 Νοε 2005

Αρμεγλάδα (ακροβατικό κείμενο)



Ενα ποίημα-τίτλος. Απειρες εικόνες.
Η κατάληξη «-άδα» παραπέμπει σε κάτι τι το επικό, π.χ. Ιλιάδα, κλπ.
Η έναρξη «αρμε-» οδηγεί τη σκέψη στο μπετόν αλλά και στο αρμένισμα.

Οταν προχωρήσει το μάτι πιο κάτω και συνδυάσει την έναρξη (προσθέτοντας και το «γ» δηλαδή «αρμεγ-») με την κατάληξη «-άδα», ο νους θα σκεφτεί αμέσως το άρμεγμα και συνειρμικά την αγελάδα: Μια παχουλή αγελάδα καθισμένη σε ένα χωράφι -στη λιακάδα οπωσδήποτε- να μηρυκάζει αμέριμνα με τα τέσσερα στομάχια της.

Χα! Στομάχια! Ποια μπορεί να είναι τόσο αμέριμνη και να μηρυκάζει και να χωνεύει τα πάντα (ό,τι χόρτο της σερβίρουν) εκτός απο τη δική μας αγελάδα, την πατρίδα μας δηλαδή που τελειώνει σε «-λάδα»; Πολιτικό το ποίημα λοιπόν!

Την αγελάδα όμως ποιος την αρμέγει; Ειδικά, ΑΥΤΗ η αγελάδα αρμέγεται; Το ερώτημα είναι καίριο, επειδή προκαλεί ένα ερώτημα επι πλέον: Μήπως ΑΥΤΗ η αγελάδα αρμέγει κιόλας; Και ποιον αρμέγει;

Οπότε, ξαναγυρίζουμε στην αρχή, δηλαδή στο έπος. Ενα έπος είναι γεμάτο περιπέτεια. Μια περιπέτεια χωρίς αρμένισμα είναι τζατζίκι χωρίς γιαούρτι. Αρμένισμα λοιπόν μαζί με γιαούρτι… έχουμε και λέμε… Απο το αρμεγμένο γάλα παράγεται γιαούρτι! Αλλά και η θάλασσα, όπου αρμενίζουν τα καράβια, πολλές φορές παρομοιάζεται με γιαούρτι όταν είναι γαλήνια, εντελώς ήρεμη δηλαδή. Αλλο πάλι και τούτο.

Νέος συνειρμός: Τι είναι εντελώς ήρεμο και σταθερό, πολύ σταθερό; Το μπετόν-αρμέ! Τι ακριβώς σημαίνει μπετόν-αρμέ; Ωπλισμένο σκυρόδεμα σημαίνει, μεταφράζοντας ακριβώς απο τα γαλλικά. Χμμμ… ωπλισμένο… Αυτό πάλι;

Μπορεί κανείς να το φανταστεί και να το οδηγήσει όπου θέλει: Στο στρατό που είναι τίγκα στα όπλα, στο στρατό που όλο λένε πως θα καταργηθεί και αντί γι αυτό αυξάνει τον αριθμό οπλιτών, στη θητεία που μειώνεται με το τσιγγέλι, στους ανυπότακτους με τα προβλήματά τους -που είναι προβλήματα όλων μας και δεν το καταλαβαίνουμε- κλπ κλπ. Προβιβάστηκε κιόλας λοιπόν σε πολιτικο-στρατιωτικό το ποίημα-τίτλος-έπος!

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην παχουλή αγελάδα. Μια αγελάδα οφείλει να είναι παχουλή, αλλοιώς τι γάλα θα κατεβάσει; Πάμε φυσέκι στα αδυνατιστήρια τώρα. Αλλη πληγή αυτή! Τρώμε τρώμε, πληρώνουμε για να τρώμε, και μετά ξαναπληρώνουμε για να χάσουμε τα περιττά κιλά. Πενήντα ευρά το κιλό παρακαλώ! Το εξερχόμενο εννοείται.. γιατί το εισερχόμενο κοστίζει πολύ φτηνότερα. Ε, δεν τρώμε και κάθε μέρα π.χ. στο Χίλτον, ούτε στην κυρά του Φισκάρδου, που κάνει μηνύσεις στα κότερα για το -τιναγμένο στα ύψη- ντελίβερυ! Και οικονομικό βγαίνει τώρα το ποίημα ή μάλλον αισθητικο-οικονομικό ή, ακόμα καλύτερα (ακριβέστερα δηλαδή) αισθητικο-οικονομικο-δικαστικό!

Η παχουλή αγελάδα όμως τι έχει; Εχει κάτι που δε λείπει απο καμμιά αγελάδα: Κέρατα! Φοβερή σκέψη! Μήπως έχει και μοσχαράκια; Πολύ πιθανόν. Τα κέρατα χωρίς μοσχαράκια είναι χωρίς ενδιαφέρον συνήθως. «Ε, και; Αφού δεν έχει μοσχαράκια, ας ψάξει αλλού την τύχη της» θα πει ένας αδιάφορος παρατηρητής. Μπορούμε να δούμε τώρα λοιπόν την παχουλή αγελάδα μας να τρέχει στα δικαστήρια (εξακολουθεί το ενδιαφέρον αυτό δικαστικό μέλος του έπους) και να απαιτεί διατροφή για τα μοσχαράκια της. Και έπεται συνέχεια…

Βάρδα μην αντιστρέψω το ποίημα-τίτλος και αρχίσω να αναλύω το Αδαλγεμρα με λατινικούς χαρακτήρες: Adalgemra δηλαδή. Το «Ανταλ-» παραπέμπει στην Ανταλκίδειο ειρήνη... το «-Γκεμ-» στο συχωρεμένο το Λιαντίνη και τη διαχείριση του θανάτου... το «-Ρα» είναι ο σταυρολεξικός θεός των αρχαίων Αιγυπτίων... Αρχαία Αίγυπτος! Κλεοπάτρα η τελευταία βασίλισσα, με ελληνική καταγωγή, που έκανε μπάνιο σε γάλα -δυστυχώς όχι αγελαδινό! Ωχ! Και ιστορικο-μεταφυσικό το ποίημα! Ε... όπου θέλει το στρίβει μια νοσηρή παρανοϊκή φαντασία... προς οποιαδήποτε κατεύθυνση...

Αν βάλω την παχουλή αγελάδα να οργώνει π.χ. μάλλον θα αδυνατίσει και θα γλυτώσει και το έξοδο για το αδυνατιστήριο. Δεν το κάνω όμως, επειδή μια αγελάδα που οργώνει είναι τοποθετημένη σε άλλες εποχές. Τώρα, θα πει κάποιος κακοπροαίρετος, οι εποχές μας πείραξαν; Εδώ πήγαμε κι ήρθαμε εν ριπή οφθαλμού από την αρχαία Αίγυπτο και την αρχαία Αθήνα στα σύγχρονα αδυνατιστήρια κι απο τα δικαστήρια στο στρατό, αφού οργώσαμε και θάλασσες ήρεμες σα γιαούρτι με σταθερότητα μπετόν-αρμέ...

Και το άλλο; Αρμαγεδών!!! Αυτόν δεν πρέπει να τον συμπεριλάβουμε; Τώρα θυμήθηκα τον αγαπημένο μου Μπρους Γουΐλις! Αχ! Καλά μας άρμεξε τα πορτοφόλια με την καλοσερβιρισμένη πατάτα του! Οσο σκέφτομαι πόσο περίμενα να απολαύσω μια εργάρα και βγήκα απο την αίθουσα σα μαραμένο μαρουλόφυλλο... Ας είναι όμως, δεν κρατώ κακία... Καιρός είναι να ετοιμάσω το σενάριο για την Αρμεγλάδα. Τι λέτε; Καμμιά ιδέα κανείς;

Αυτή η θάλασσα πάντως μου έχει καρφωθεί για τα καλά: Αρμάδα! Ναι, η τουρκική αρμάδα που τη νικούσαμε κατά κράτος ένα σωρό φορές, άλλοτε με το μπουρλοτιέρη μας τον Κανάρη και άλλοτε με τη βοήθεια των συμμάχων στο Ναυαρίνο. Ναυαρίνο είπα; Τι Ναυαρίνο τι Ναβαρόνε! Κανόνια το ένα, κανόνια και το άλλο, μόνο που το Ναβαρόνε δεν υπάρχει πουθενά στο χάρτη. Πόλεμος εδώ πόλεμος και εκεί πάντως. «Πατήρ πάντων πόλεμος» Ηράκλειτος έφα. Να μην έχει και λιγουλάκι πόλεμο; Και μια πρέτζα φιλοσοφία;

Συγκρατείστε με επιτέλους!

Προσπάθησα να γράψω ένα κείμενο υψηλών προδιαγραφών, έβαλα ψηλά τον πήχυ αλλά πιστεύω πως, αντί να πηδήξω τον πήχυ, αυτό που κατάφερα είναι να γράψω ένα κείμενο που... πηδάει τον αναγνώστη! Σόρρυ... Μετά απο αυτό να εξυπηρετείστε μόνοι σας. Άμα πια!

28 Νοε 2005

Εμβρυοποίηση


Ξαφνικά, ένα πρωΐ άρχισε να μικραίνει. Το κατάλαβε όταν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του μπάνιου και είδε καθαρά ότι η ρυτίδα πλάϊ στα χείλη της είχε εξαφανιστεί. Την απασχολούσε πολύ τον τελευταίο καιρό αυτή η μικρή σχισμή στο δέρμα του προσώπου της, τέλειου κατά τα άλλα. Ηταν κι η δουλειά της, που ζητούσε τέλεια εμφάνιση επιδερμίδας -επίδειξη καλλυντικών, τι άλλο;

Προσπαθούσε λοιπόν κάθε πρωΐ να μακιγιάρεται προσεκτικά και να κρύβει τη ρυτιδούλα με μαεστρία, να χαμογελά λιγότερο, έκανε όλα τα απαιτούμενα, αυτά που ήξερε δηλαδή, για να μη προχωρήσει το κακό και μείνει άνεργη. Τόσες και τόσες φρέσκες νεαρές περίμεναν να αδράξουν τη θέση της στην εταιρεία. Οχι πως ήταν και μεγάλη, ούτε εικοσιοχτώ, αλλά ένιωθε τη φρεσκάδα να χάνεται. Και τι ζητούσε δηλαδή; Να μη σταματήσει πριν φτάσει τα τριάντα, να προλάβει να κάνει τη μπάζα της για να ανοίξει δικό της μαγαζί. Καλλυντικών φυσικά.


Μετά από κείνο το πρωϊνό, παρατηρούσε με μεγαλύτερη προσοχή το πρόσωπό της και κάθε μέρα που περνούσε το έβρισκε όλο και πιο νεανικό. 'Αρχισε να χαμογελά αφειδώς, πειραματιζόμενη, να δει αν το πλατύ χαμόγελο θα χαλούσε την όψη του προσώπου της. Ευτυχώς, τίποτα δεν συνέβαινε αρνητικό, ίσα ίσα το πρόσωπο κάθε μέρα βελτιωνόταν αισθητά.

Είχαν περάσει πέντε μήνες όταν πρόσεξε κάτι τι ακόμη. Της φάνηκε ότι είχε κοντύνει, πήγε στο μέτρο που είχε στον τοίχο της αποθηκούλας για να μετρά το ύψος της και βεβαιώθηκε. Μέσα σε πέντε μήνες είχε χάσει ενάμισυ πόντο. Τώρα ήταν ένα κι εβδομήντα καθαρά. Το πρόσωπο πάντως έδειχνε πολύ πιο νεανικό και σε ποιότητα δέρματος αλλά και σε λάμψη και σε έκφραση. Το βλέμμα της είχε καθαρίσει, λες και έβλεπε τον εαυτό της νεότερο κατά πέντε χρόνια τουλάχιστον.

Σκέφτηκε να επισκεφτεί το γιατρό της, αλλά το ανέβαλλε προς το παρόν. Αλλωστε, αυτές τις μέρες είχε φουλ δουλειά. Η κολλητή της φίλη -αν είναι δυνατό να υπάρχει «κολλητή» σε αυτή τη δουλειά αλλά τελοσπάντων- το πρόσεξε και το σχολίασε κιόλας.

-Μα τι συμβαίνει με σένα Μαιρούλα; Τι τρέχει; Ερωτευμένη; Ερωτευμένη και δε μας είπες τίποτα;
-Οχι, αφού το ξέρεις, δε χωράει έρωτας στη ζωή μου ώσπου να τελειώσω με την εταιρεία, δεν τα είπαμε αυτά;
-Μπορεί να τα είπαμε, αλλά...
-Δεν έχει «αλλά» και δεν έχει και φλερτ. Υπνο μονάχα.
-Α, ώστε το δερματάκι οφείλεται στον ύπνο, ε; Καλά...

Τώρα που άκουσε τη φίλη της να λέει για ύπνο, σκέφτηκε ότι τον τελευταίο καιρό κοιμόταν κομματάκι παραπάνω, μπορεί και δέκα ώρες συνεχόμενες. Λες να είναι ο ύπνος; Αναρωτήθηκε. Αλλά πάλι πως εξηγείται το χάσιμο ύψους;

Πήγε στο διευθυντή του πρακτορείου της και ζήτησε ένα μήνα ανάπαυλα, έτσι κι αλλιώς είχε δουλέψει υπερβολικά το τελευταίο εξάμηνο, αλλά εκείνος έφερε δυσκολίες. Τρεις εταιρείες τη ζητούσαν για φωτογράφιση και θα ήταν κρίμα να χάσει την ευκαιρία. «'Αλλωστε δεν έχεις και πολύ χρόνο μπροστά σου, εκμεταλλεύσου τη ζήτηση που υπάρχει τώρα για το πρόσωπό σου» της είπε κι η Μαίρη πείστηκε να αναβάλλει τις διακοπές της. Και τι τις ήθελε τις διακοπές; Πιο πολύ για να τακτοποιήσει τις σκέψεις της, όχι επειδή ένοιωθε κούραση, ίσα-ίσα, το αντίθετο ένιωθε κι αυτό ήταν που τη ξάφνιαζε.

Μόλις τέλειωσε η φωτογράφιση για το πρώτο προϊόν, ένιωσε ακόμα καλύτερα, σαν να διασκέδαζε κι όχι να εργαζόταν. Μετά το δεύτερο, ακόμα πιο καλά, αλλά είχε χάσει δυο πόντους ακόμα κι αναγκάστηκε να φορέσει ψηλότερα τακούνια. Μετά το τρίτο πια, κυοφορούσε μια έκρηξη μέσα της. Δεν μπορούσε να μείνει ακίνητη για πολύ, όλο έστριβε ασυναίσθητα και ταλαιπωρούσε το φωτογράφο. Επρεπε να φύγει, να διακόψει για λίγο, να καταλάβει τι της συμβαίνει. Βγαίνοντας απο το στούντιο άρχισε να τρέχει, να πετάει σαν πουλάκι. Πήγε κατευθείαν στα γραφεία της εταιρείας, όρμησε στο γραφείο του διευθυντή και ζήτησε την άδεια να λείψει, κάτι που αυτή τη φορά δεν της αρνήθηκε, κατευχαριστημένος όπως ήταν με την επιτυχία των τελευταίων φωτογραφιών της. «Μην αργήσεις να επιστρέψεις Μαιρούλα, έχεις ρέντα και μη τη χάσεις» της είπε χαιρετώντας την, ενημερώνοντάς την παράλληλα για το πριμ που το συμβούλιο της εταιρείας είχε αποφασίσει να της δώσει. Χώρια που την προόριζαν για το «Χρυσό Κορίτσι» της χρονιάς. Την άλλη μέρα πήγε και κανόνισε τα του διαβατηρίου της, έβγαλε και εισιτήριο μετεπιστροφής για τη Χαβάη και το μεθεπόμενο απόγευμα πετούσε κιόλας.

Από κείνο το απόγευμα χάθηκαν τα ίχνη της Μαίρης. Την αναζήτησαν ύστερα απο τρεις μήνες στο σπίτι της, τηλεφώνησαν στον πατέρα της στο χωριό, η κολλητή της έψαξε σε όλα τα γνωστά στέκια -δεν ήταν και πολλά γιατί η Μαίρη δεν πολυέβγαινε- αλλά τίποτα. Απευθύνθηκαν στην αστυνομία, εκείνη με τη σειρά της έψαξε στα πρακτορεία ταξιδίων κι έμαθε πως η κοπέλα πήγε στη Χαβάη. Πέραν τούτου ουδέν. Σαν να άνοιξε η γη και τη κατάπιε.

Ενα χρόνο μετά την εξαφάνιση της Μαίρης, μια χαβανέζα γέννησε ένα κοριτσάκι κάτασπρο, τόσο που ο άντρας της τη παράτησε θεωρώντας ότι τον είχε απατήσει χωρίς να του το πει. Η χαβανέζα αγάπησε πολύ το πλασματάκι, παρόλο που δεν της έμοιαζε καθόλου, το θεώρησε θεόσταλτο και το βάφτισε Μαίρη για χάρη της Παναγίας. Ηταν πολύ φτωχή αλλά ήθελε να του προσφέρει ό,τι καλύτερο γινόταν, έτσι το πήγε σε ένα πρακτορείο που ζητούσε μωρούλια για φωτογράφιση. Περιττό να πούμε ότι το μωράκι Μαίρη έκανε θραύση. Ποζάριζε στο φακό με τέτοιο επαγγελματισμό, που θάλεγε κανείς πως έκανε αυτή τη δουλειά πριν ακόμα γεννηθεί.

27 Νοε 2005

Αχ Μαράκι, Μαράκι!


Πόσο σ' άρεσε τότε, να σε στριμώχνω τα βράδια, μετά το σινεμά, στη μεγαλοπρεπή είσοδο της πολυκατοικίας, εκεί, στη Βασιλίσσης Σοφίας, «Λου Μοσκύ» ή κάπως έτσι, περιποίηση προσώπου και σώματος, αισθητική μ’ άλλα λόγια, καλό μαγαζί τετραόροφο ή πενταόροφο, δε θυμάμαι και καλά τώρα πια, πέρασαν και τόσα χρόνια, σήμερα που πέρασα το ξεκαινούργιωσαν και τό 'καναν γραφεία μιας εταιρείας. Είχε πολλά φυτά γύρω γύρω, κάτι θάμνα και κάτι περιπλοκάδες -καπετάνιος μια ζωή τι να ξέρω απο φυτά!

Οταν έβγαινα στεριά πάντως, γραμμή στο σπιτικό σου Μαράκι μου! Και να οι μουσακάδες και να τα γουρουνόπουλα τα ψητά, νηστικό δε μ' άφηνες ποτέ. Νηστικό απο τίποτα, εννοείται, όχι μονάχα απο φαγητό. Εβαζα τη μπουκιά στο στόμα και σ' έτρωγα και σένα με τα μάτια, αχ! Απέναντί μου κάθοσουν με τ' αέρινα φουστανάκια σου τα ντεκολτέ ίσαμε τον αφαλό και δεν ήτανε τότες εποχές που ο αφαλός είχε βγει στα φόρα, να το λέμε κι αυτό. Χαλβάδιαζα το ντεκολτέ σου να σκύβει και να με σερβίρει σαλάτα, λέμε τώρα, κι έσκαγε το μέσα μου να σ' αρπάξει επιτόπου και να σε ξαπλώσει πα' στο τραπέζι. Με τη μία. Ομως έκανα υπομονή, να τα κάνουμε όλα με τη σειρά. Φαγητό, σινεμά και βόλτα.

Εκεί, στη βόλτα που γυρίζαμε σπίτι, το θηρίο μέσα μου σήκωνε κεφάλι και τίποτα δεν το συγκρατούσε. Τρυπώναμε στα φυτά, στην είσοδο «Λου Μοσκύ» κι έτσι, και σου άλλαζα τα φώτα. Νύχτα ήτανε πάντα όταν κάναμε αυτή τη σκανταλιά, αλλά, και φεγγάρι να μην είχε, οι ρώγες απο τα βυζάκια σου πετιόντουσαν σαν αστεράκια, Μαράκι μου, και φωτίζανε την ψυχή μου. Τις άγγιζα και καίγονταν οι ρώγες των δαχτύλων μου απο τη φωτιά τους. Σκέτα καρβουνάκια. Αχ!

Μετά, συνέχιζα προς τα κάτω κατεβαίνοντας και το κορμάκι σου παραδινόταν σε μένα σαν μια πλαστελίνη να το πλάθω, να του δίνω σχήμα, πότε να το χαϊδεύω απαλά και πότε να το χουφτώνω με δύναμη, και με τάραζε όλη αυτή η κατάσταση, και δεν έβγαζες μιλιά Μαράκι μου. Κιχ. Ετσι μου αρέσει με σένα, μόνο αναστεναγμούς και βαθειές ανάσες, να ρουφάω τον αέρα που βγαίνει απο τα πνεμονάκια σου, σαν ατμομηχανίτσα έκανες κι εγώ μηχανοδηγός σου.

Ετσι με μάγεψες και παράτησα γυναίκα και παιδιά και θάλασσα και σε πήρα, με στεφάνι, τιμή μου και καμάρι μου, βασίλισσά μου, Μαράκι μου! Στην αρχή, κάθε βράδυ σινεμά και κάθε βράδυ «Λου Μοσκύ» με αναστεναγμούς και τσιτσιδώματα πίσω απο τις περιπλοκάδες, στα όρθια, με μπόλικη αγωνία μη περάσει κανείς να μας τσακώσει. Αλλά, ποιος να 'ρχόταν; Μαύρα σκοτάδια και φως μοναχό τα βυζάκια σου.

Εφτιαξες μια μεγάλη κρεββατάρα στο σπιτάκι μας, κι έβαλες και φυτά ένα γύρω να θυμίζει το στέκι μας το ερωτικό. Την έβρισκα όσο δε λέγεται. Κλείναμε τα φώτα και σε μύριζα, μμμμμ, το δερματάκι σου φρεσκομπανιαρισμένο, βούλωναν τα ρουθούνια μου απο πόθο. Μετά, είχαμε την πολυτέλεια ν’ ανάβουμε τα φώτα, χαμηλά φωτάκια στο πλάϊ του κρεββατιού, και σε καμάρωνα που άστραφτες, Μαράκι μου, σα γοργόνα που βγαίνει στον αφρό, με τον ιδρώτα σταλίτσες αρμύρας πάνω σου.

Τώρα, Μαράκι μου, είμαι πια στην κόλαση, ε, δε θα πήγαινα και πουθενά αλλού, τόσες αμαρτίες έκανα στη ζωή μου, είμαι λοιπόν στην κόλαση μετά τον καρκίνο που μού 'φαγε τα σκότια, και σε σκέφτομαι. Το τελευταίο μου γυναικάκι ήσουν, Μαράκι μου, και το πιο γλυκό. Για τούτο σου άφησα τα χωράφια και το σπίτι στο χωριό, για να περνάς καλά και να με σχωρνάς. Ευχή και κατάρα σου άφησα φεύγοντας, να μη μείνεις ποτέ μόνη, να μην αφήσεις το κορμάκι σου να ρημάξει, Μαράκι μου, να το φχαριστιέσαι και να ξεφυσάς σαν ατμομηχανίτσα. Δε θά 'χει πια σημασία που δε θά 'μαι εγώ ο μηχανοδηγός σου, θα μπαίνω στο κορμί του άλλου που θα σε χαίρεται και θα σε πλάθω με τα δικά του χέρια. Φτάνει να βρεις έναν σαν και μένα, να καταλαβαίνει τη γλύκα σου, Μαράκι μου, και να σε παίζει με τέχνη. Αχ, Μαράκι μου!



ΣΗΜ.1.
Αφιερωμένο στο φίλο μου Γιώργο Π., που μου είχε διηγηθεί πολλές απο τις όμορφες ερωτικές του περιπέτειες. Τα ονόματα, κλπ στοιχεία έχουν παραποιηθεί όλα, εκτός απο το «Λου Μοσκύ».
Ελαφρύ νά 'ναι το χώμα που σε σκεπάζει Γιώργο.


ΣΗΜ.2.
Μια μέρα ξύπνησα μ' ένα φοβερό πονόδοντο, πήρα ένα παυσίπονο και, περιμένοντας να δράσει, σκέφτηκα να αρχίσω να αποτυπώνω τις ερωτικές περιπέτειες του φίλου μου Γιώργου Π., που δεν υπάρχει πια ανάμεσά μας, εδώ και πολλά χρόνια. Είχε ένα μαγευτικό τρόπο να διηγείται και αυτόν προσπάθησα να μεταφέρω στο κείμενο αυτό που μοιράζομαι μαζί σας διαδικτυακοί μου φίλοι και συναγωνιστές. Το αν το πέτυχα, μόνο εκείνος θα μπορούσε να το πει με σιγουριά, αν και το ότι μου τις εμπιστεύτηκε σημαίνει κάτι. Είχα υποσχεθεί, όταν (και αν ποτέ) τις γράψω να μην αναφέρω πραγματικά ονόματα -ούτε και το δικό του- και αυτό έπραξα.
_______________________
το Μαράκι και εδω

παιχνίδια με διαδικτυακούς φίλους


Μεταφέρω ένα παιχνίδι που παίζω με το φίλο μου το Λάρρυ Κουλ.
Γράφει κάποιο ποίημα ο Λάρρυ και του αλλάζω τα φώτα.
Ευτυχώς, με ανέχεται. Ακόμα.


Αυγούστου Νύχτα


Μαγεμένος παρακολουθώ
Μια μικρή αράχνη στα φύλλα της κληματαριάς
Συνδέει με ασημένιες ίνες τ’ άστρα
Τα σταφύλια
Το κορίτσι μου που κοιμάται γυμνό στον εξώστη.

-«Είμαι η συνείδησή σου», ψιθυρίζει το έντομο
«Υφαίνω τις μορφές, συλλαμβάνω τα όντα»
Φφφ! μια δυνατή πνοή
Κόβει τον ιστό, λύνει τα μάγια.
Δεν είμαι το σώμα, η συνείδηση…
Είμαι η απόκοσμη πνοή που διαπερνά τον κόσμο
Η σιωπή που βοά μέσα από τις λέξεις.

Αυγούστου νύχτα
Χιλιάδες άνθρωποι κρέμονται στον ουρανό
Με τα χείλη κολλημένα στ’ άστρα
Θηλάζουν φως.


larry-cool.com


~~~**~~~**~~~**~~~


Αυγούστου Μέρα


Παρακολουθώ προσεχτικά
Ενα μεγάλο χταπόδι στα βράχια του βυθού
Συνδέει με τις βεντούζες του τ' άστρα
Τα κοχύλια
Το αγόρι που βουτά λαμπερό στα βαθειά

-«Είμαι η συνείδησή σου», ψιθυρίζει το μαλάκιο
«Κολλάω στις μορφές, συλλαμβάνω τα όντα»
Πλαφ! μια δυνατή καμακιά
Κόβει τη ζωή του, λύνει τα μάγια.
Δεν είναι πια όν, ούτε συνείδηση...
Είναι η πνοή του θανάτου που κυριαρχεί στον κόσμο
Η βουή που σιωπά πίσω απο τις λέξεις.

Αυγούστου μέρα
Ούτε ένας άνθρωπος στη δουλειά του
Με τα μάτια κολλημένα στην τηλεόραση
Φτύνουν σκοτάδι.


Rodia

25 Νοε 2005

απο τα μετρημένα τρώει ο λύκος


Σοφή παροιμία, ε?
Μια ζωή υποτασσόμουν στο μέτρο. Αυτό που με είχαν μάθει. Ηξερα όμως, κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού υπήρχε μια ισχυρή αντίσταση -πολλές συνάψεις μάλλον, τι να πω- που με κρατούσε σε εγρήγορση. Ηξερα καλά ότι αυτό που παιζόταν -η απομόνωση και έκφραση προς τα έξω ενός μονάχα προσώπου του εαυτού μου- ήταν ένα θέατρο. Γνώριζα ότι παίζω θέατρο, ευτυχώς. Εδώ άλλοι δρασκελούν τη ζωή και φτάνουν στον τάφο παρέα με τη μάσκα τους. Εδώ και πεντέξι περίπου χρόνια αποφάσισα να πετάξω αυτή τη μάσκα. Κόντευα να σκάσω πια! Εχω χάσει το μέτρο, αλλά βρήκα την ισορροπία. Εχει πει κανείς αρχαίος για την ισορροπία κάτι? Αυτό το «νους υγιής, κλπ» δεν είναι σημαντικότερο απο το τσιτάτο του Αριστοτέλη?

Καταθέτω μερικά δείγματα, έμμετρα και μη, απόδειξης της απώλειας του μέτρου:


Η πράσινη πανσέληνος


Κολασμένο τσικ του τσικ
μην εμφανιστεί το τικ
-όλο τρέμει

Πάνω που του κάνει κλικ
του τελείωσε το μπικ
-του γκαντέμη

Το μοιραίο πατατράκ
έστειλε το σέντερ μπακ
-στην κερκίδα

Ξέφυγε ξυστά στο τσακ
-νύχι πράσινο με λακ-
η βολίδα



Ηταν ωραία σαν πανσέληνος Αυγούστου
Ντελικατέσσεν φίνου γούστου


Διαρκώς για πανσελήνους θα μιλώ


Διαρκώς για πανσελήνους θα μιλώ
Πράσινα μάτια μαύρης γάτας στο σκοτάδι
Σμήνη πυγολαμπίδων σε λιβάδι
Ποτάμια με καθρέφτισμα θολό.

Διαρκώς για πανσελήνους θα μιλώ
Νερένια βλέμματα λιμάνια κροκοδείλων
Ορδές αιμάτινες πανούργων ψύλλων
Καβούρια με κεφάλι στρογγυλό

Διαρκώς για πανσελήνους θα μιλώ
Γι ατσαλοσύρματα πλεγμένα από αράχνες
Δροσοσταλίδες διαμαντένιες πάχνες
Τυφώνες κι αστραπές με το κιλό

Διαρκώς για πανσελήνους θα μιλώ
Ωσπου ο λόγος μου τα τύμπανα να σπάσει
Ο τίγρης χορτασμένος ν' απαγγιάσει
Κι ο ήχος να διαθλάσει το μυαλό.



Σταρ


Πόσο γουστάρ'
να γίνω σταρ!

Πήγα σε μπαρ
μπας και τρακάρ'
κανα παπάρ'
να το τσεκάρ'
και να μπουκάρ'
να του τα πάρ'

Βρήκα παπάρ'
σαν το θρεφτάρ'
να με κυαλάρ'

Του δίνω θάρρ'
για να στανιάρ'
να με φλερτάρ'
και το προγγάρ'
να ξεφρακάρ'
απ' τα δολλάρ'

Ομως για σταρ
ούτε χαμπάρ'!




Σαρδαμισμός


Ψωταφίες κλώνοι *α*


Ανέμελον την ένευσιν
Αορίστου πρόνου
Λυκτιποδητί
Εσβήτα φθορούσα ιώδη

Εν τω θέρει το βαρεί
Το φθυσεί μα δεν κρυλώνει
Το κουτουλεί κουτουλού
Αλλά τίπΟΤΕ δεν εΔΕΗσε

Ολα κατειληγμένα
Εφέβαλον ψωλήν μεγάλην
Ανθέκραξα «τις ει;»
Και αράντησις δεν εδόθη



24 Νοε 2005

το μέτρο και πώς να το αποκτήσετε


Μια ζωή έψαχνα το Μέτρο. «Παν Μέτρον Αριστον» είπε ο Αριστοτέλης αλλά δεν εννοούσε το μέτριο, τη χρυσή μετριότητα που λένε κάποιοι γονείς και δάσκαλοι -τρομάρα τους. Το τι ακριβώς εννοούσε αυτός το ξέρει καλύτερα αλλά πού να τον βρούμε να μας φωτίσει. Η γνώμη μου είναι ότι μάλλον ήθελε να εκφράσει πως όλα έχουν ένα κάποιο μέτρο. Ολα είναι μετρήσιμα δηλαδή.
Μετά απο μακρά πορεία στον πλανήτη -τρόπος του λέγειν μακρά γιατί σύντομη είναι η πορεία όλων μας εδώ πέρα- φωτίστηκα περί του μέτρου και σκέφτηκα να μεταλαμπαδέψω τη γνώση που με βρήκε κατακέφαλα. Μέτρο λοιπόν δεν υπάρχει. Πουθενά. Αμέτρητα είναι όλα. Οσο και αν επιμένουμε να τα μετρήσουμε, όλο και ξεφεύγουν. Τα άστρα, τα άτομα, τα ηλεκτρόνια, πρωτόνια, τα νετρόνια, οι πυρήνες. Ασε που ένα συμπούρμπουλο είμαστε όλοι και όλα και αν δεν υπήρχε το ψευδές των αισθήσεών μας δεν θα ξεχωρίζαμε τίποτα απο τα πέριξ πράγματα που τώρα τα θεωρούμε απτά και υπαρκτά.
Φανταστείτε ένα κόσμο απο άπειρα δισεκατομμύρια σωματίδια -αόρατα για μας φυσικά- να μπερδεύονται μεταξύ τους, να κολυμπούν σε ένα σύμπαν μυστήριο. Μπλεγμένα τα απειροελάχιστα σωματίδια που μας αποτελούν με τα απειροελάχιστα σωματίδια κάθε είδους ύπαρξης -ζωντανής ή τεχνητής- που μας περιβάλλει. Το σώμα μας ξεχωρίζει απο το τραπέζι της κουζίνας μονάχα κατά την πυκνότητα της ύλης. Ενας εξωτερικός παρατηρητής -αν θα μπορούσε να υπάρξει και αν θα μπορούσε να αντιληφτεί τον κόσμο χωρίς τις δικές μας περιορισμένες αισθήσεις- θα έβλεπε ή μάλλον δεν θα έβλεπε τίποτε.
Τίποτα δεν θα ξεχώριζε. Σύμπαν, άστρα, πλανήτες, ζώα, φυτά, άνθρωποι, κτίσματα, έπιπλα, όλα ένας αχταρμάς. Κάτι τι συγκεχυμένο σαν το γαλαξία που βλέπουμε απο μακρυά να ξετυλίγεται στον ουρανό σαν ένα πακέτο μπαμπάκι ή σαν σύννεφο. Αυτά για σήμερα και έπεται συνέχεια. Θα γράψω ο,τιδήποτε σκέφτομαι, απο στίχους μέχρι μυθιστόρημα. Πατ πατ, καλό μου κουράγιο!:) Επίσης! (για όποιον αποφασίσει να διαβάζει, ε)