4 Οκτ 2017

Ο Τάφος της Αμφίβολης


Πριν από εικοσιτρείς αιώνες περίπου, υπήρχε μια χώρα όπου γινόντουσαν
φοβερές μάχες, από αυτές που λέμε «επικές». Η μάχη της Αμφίβολης ήταν
μια από αυτές που μείναν στην ιστορία για τη σφοδρότητά τους, αλλά και για
τον επιπρόσθετο λόγο ότι η στρατηλάτις -μια εφιαλτική βασίλισσα- που
κυριαρχούσε στο πεδίο της μάχης λεγόταν Αμφίβολη. Αξίζει να σημειώσουμε
ότι μερικοί ερευνητές προτείνουν και το «Αμφίθολη», μια και το παλίμψηστο
του Ήμπαν Ταλ είναι μουτζουρωμένο στο σημείο του πέμπτου ψηφίου.

Ζωσμένη με σπαθιά και φαρέτρες με δηλητηριώδη βέλη η εφιαλτική βασίλισσα
όρθωνε το ανάστημά της καβάλα σε μια περήφανη φοράδα με γαλάζια χαίτη
και τόξευε με αμφιβολίες τους εχθρούς της, που τύχαινε να είναι ταυτοχρόνως
ο λαός που υποτίθεται πως υπερασπιζόταν. Η δυναμική φοράδα ονομαζόταν
Νουδουροχάλα κι έφτυνε κατάμουτρα τον πληθυσμό που λαχάνιαζε στο πεδίο
της μάχης, ασθμαίνουσα κι αυτή επίσης γιατί τά ’χε φάει τα ψωμιά της κι όπου
νά ’ναι θ’ ανηφόριζε προς τον παράδεισο των αλόγων. Τα άλογα
προαισθάνονται το θάνατό τους, βλέπεις, κι όσο αυτός πλησίαζε τη γριά
φοράδα αυτή αγρίευε, επειδή ένιωθε μίσος εναντίον όσων θα επιζούσαν και
με ροχάλες, που στάζαν δηλητήριο, προσπαθούσε να πάρει όσο μπορούσε
περισσότερους μαζί της.

Πάνω που η μάχη της Αμφίβολης φαινόταν να γέρνει προς το μέρος της
εφιαλτικής βασίλισσας, έσκασε μύτη η Βεβαιότητα, μια απλοϊκή χωριάτα που
έσκαγε από υγεία. Η Βεβαιότητα με το στρατό της, κάτι πετεινά του Ουρανού
που είχαν για όπλα τα χρωματιστά τους λοφία, το μελωδικό τους κελάηδισμα
και το απαλό φτερούγισμά τους, διώξαν μακριά τις αμφιβολίες από τα μυαλά
του κοσμάκη μαζί με όλο το δηλητήριο του φόβου που τα στοίχειωνε μέχρι
τότε. Ο λαός απαρνήθηκε με αηδία τη μακρόχρονη κυριαρχία της Αμφίβολης
(ή και Αμφίθολης, μη ξεχνιόμαστε) και της φοράδας της, που πέσαν απότομα
σε μαρασμό και τίναξαν τα πέταλα. 

Η Βεβαιότητα ανέβηκε στο θρόνο και κυβέρνησε για πολλά πολλά χρόνια τη
χώρα με χρώματα, μουσικές και χορούς. Την Αμφίβολη τη θάψαν σ’ έναν
ευρύχωρο τάφο που μετά τον σκέπασαν με μπόλικο χώμα, ώστε, αν τύχαινε ν’
αναστηθεί κάποτε, να δυσκολευτεί να ξαναβγεί στην επιφάνεια. Η φοράδα
μάλλον θα εξαερώθηκε, απογειωνόμενη προς την αφάνεια του Χάους…

Ήμπαν Ταλ 
(μετάφραση: Marina Rodia)
_______________
ΣΗΜ. δεν θυμάμαι πού ακριβώς δημοσιεύτηκε

11ος άθλος του Μαντρακλή: Τα Μήλα των Χοροεσπερίδων

Δίπλα στη χώρα του Άτλαντα, περίπου εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ο Ατλαντικός ωκεανός, υπήρχε ένας ωραίος κήπος γεμάτος χρυσά μήλα –ίσως και πορτοκάλια, ποιος ξέρει…
Ο Άτλας κράταγε στους ώμους του τον ουρανό να μη του πέσει στο κεφάλι, σαν εκείνον το γαλάτη αρχηγό στο χωριό του Αστερίξ που η πτώση του ουρανού στο κεφάλι του ήταν το μόνο πράγμα που φοβόταν. Η διαφορά ήταν ότι αν έπεφτε ο ουρανός ο μεν γαλάτης θα τον έτρωγε κατακέφαλα οπωσδήποτε, ενώ ο Άτλας θα τον έτρωγε μονάχα αν τον άφηνε να πέσει. Δηλαδή, η πτώση του ουρανού εξαρτιόταν άμεσα από τη δύναμη του Άτλαντα, ενώ ο γαλάτης θα ήταν τόσο υπεύθυνος για αυτή την πτώση, όσο υπεύθυνο είναι σήμερα ένα νήπιο για τη πτώση των Διεθνών Αγορών στο περίπου.

Στον ωραίο εκείνο κήπο γινόντουσαν ωραίες Χοροεσπερίδες με μεγάλη επιτυχία, που οφειλόταν στα καλά πιοτά και στα νόστιμα φαγιά κυρίως και, δευτερευόντως, στις χρήσιμες συνομιλίες μεταξύ των συνδαιτημόνων, που σέβονταν ο ένας τον άλλο, ήταν γεμάτοι κατανόηση για τα προβλήματα κάθε είδους και έσπευδαν να στηρίξουν όποιον κινδύνευε πριν ακόμα τους ζητηθεί… Ήταν όλοι τους «μια ωραία ατμόσφαιρα» που λένε.

Εκεί έστειλε ο Γιουρωσθέας τον εξάδελφο Μαντρακλή να κλέψει οπώρας, τα χρυσά Μήλα δηλαδή, επειδή τα είχε απόλυτη ανάγκη. Τι ανάγκη; Ε, ό,τι είναι χρυσό και γυαλίζει, το έχει ανάγκη κάθε βασιλιάς, απλά πράγματα.

Πήγε λοιπόν ο Μαντρακλής ως δήθεν καλεσμένος σε μια Χοροεσπερίδα και, πριν τον πάρουν χαμπάρι πως είναι ακάλεστος, έκλεψε τα χρυσά Μήλα και τα πήγε στον ξάδερφο, που κι εκείνον δεν τον καλούσαν γιατί ήταν γκαντέμης, μίζερος και μιρμίρης και δε νοιαζόταν για τίποτε άλλο εκτός από το θρόνο και τις αρρώστιες του.

Τα είδε ο Γιουρωσθέας τα Μήλα, είπε «τα βλέπω!» και άλλαξε πλευρό. Τόση ανάγκη τα είχε, όση ανάγκη είχαμαν κι εμείς οι ταλαίπωροι το ευρώ –τρομάρα μας. Τελοσπάντων, τα Μήλα δόθηκαν από το Μαντρακλή στη θεά Αθηνά να τα επιστρέψει στον τόπο τους και όλα τέλειωσαν ικανοποιητικά, χωρίς άμεσο κόστος, όπως λέν οι οικονομολόγοι. Κάτι είχε παίξει και με τον Άτλαντα, αλλά το παλίμψηστο του Ήμπαν Ταλ είναι ταλαιπωρημένο στο σημείο εκείνο και δεν διακρίνω καλά…

Ήμπαν Ταλ
(μετάφραση: Marina Rodia)
______________
ΣΗΜ. δημοσιεύτηκε στις 12/7/2014 εδώ

9ος και 10ος άθλοι του Μαντρακλή: Τα Πόδια του Κρυόνη και η Ευρωζώνη της Ξυπολήτης

Δυο μήνες αργότερα, συνήλθε από την τρέλα του ο Γιουρωσθέας και κάλεσε το Μαντρακλή να του αναθέσει ξανά δυο άθλους μαζί, ελπίζοντας να τον ξεκάνει αυτή τη φορά: να κλέψει την Ευρωζώνη της Ξυπολήτης και να θερμάνει τα Πόδια του Κρυόνη.

Κάπου, σε μια πεδιάδα απλωμένη ανάμεσα σε ψηλά βουνά, ένα λεκανοπέδιο δηλαδή, ζούσαν οι αμαζόνες που λέγονταν έτσι γιατί φόραγαν κάτι ζωνάρια φαρδιά –μη βλέπετε που το όνομά τους το γράφαν με όμικρον, απλώς ήταν ανορθόγραφες επειδή τότε δεν κυκλοφόραγε λεξικό του κ. Μπαμπινιώτη.
Βασίλισσά τους ήταν η ονομαστή Ξυπολήτη, με πόδια γυμνά που δεν κρύωναν ποτέ, εξ ού και το όνομα. Οι αμαζόνες στροβιλίζονταν σε ρυθμούς ανάκατους: καλαματιανόσαμπα και χασαποσερβορόκ.

Βρέθηκε λοιπόν ο Μαντρακλής να παραμονεύει τις αμαζόνες, πότε θα γείρουν να κοιμηθούν. Μόλις κουραστήκαν κι έγειραν στα χορτάρια, πλησίασε ακροποδητί την Ξυπολήτη και της έκλεψε την Ευρωζώνη. Η ζώνη αυτή είχε το ιδίωμα να κρατά ζεστά τα πόδια όποιου την άγγιζε, και αυτό το μυστικό η Ξυπολήτη δεν το φανέρωνε ούτε στον εαυτό της. Αν το μάθαιναν οι άλλες αμαζόνες –βασίλισσα ξεβασίλισσα- σίγουρα θα την κατηγορούσαν για  ξυπολιτισμό και θα την έστηναν στα έξι μέτρα.

Μετά, ο Μαντρακλής, αφού έβγαλε τα σανδάλια του γιατί κόντευε να σκάσει από τη ζέστη, έτρεξε στο χωράφι του Κρυόνη, ενός γέρου απαίσιου με δυο κεφάλια και τέσσερα Πόδια που κρύωναν διαρκώς, χειμώνα καλοκαίρι. Αυτά τα Πόδια δεν ζεσταίνονταν ποτέ, τίποτα δεν μπορούσε να τα θερμάνει, ούτε κουβέρτα ηλεκτρική, ούτε δέκα τόνοι πετρέλαιο ακόμα και αφορολόγητο, ούτε καν ένα πάπλωμα από ευρωπούπουλα ζεστά-ζεστά.

Ο Μαντρακλής τον λυπήθηκε και θα του χάριζε λίγη ζεστούλα, ανεξάρτητα από την παραγγελία του ξαδέρφου του. Άπλωσε λοιπόν την Ευρωζώνη πάνω στα τέσσερα παγωμένα Πόδια κι ο Κρυόνης έβγαλε ένα βροντερό στεναγμό ανακούφισης, σαν να του ‘χαν χαρίσει τον Παράδεισο ένα πράγμα. Τον αναστεναγμό τον άκουσε ο Γιουρωσθέας από το ανάκτορό του κι έτσι δεν χρειάστηκε να κουβαλήσει ο Μαντρακλής το γέρο-Κρυόνη επιτόπου για να πιστοποιήσει τον άθλο. Την Ευρωζώνη, αφού την έδειξε στον ξάδερφο, την έβαλε στη θέση της πριν κρυώσουν τα πόδια της Ξυπολήτης και ξυπνήσει.

Ήμπαν Ταλ 
(μετάφραση: Marina Rodia)
______________
ΣΗΜ. δημοσιεύτηκε στις 27/6/2014 εδώ